HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκχωρώ — definition

Conjugation of εκχωρώ

Regular CEFR B1
ek.xoˈɾo

μεταβιβάζω σε κάποιον άλλον κάποιο αντικείμενο ή δικαίωμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκχωρώ
εσύ εκχωρείς
αυτός / αυτή / αυτό εκχωρεί
εμείς εκχωρούμε
εσείς εκχωρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκχωρούν
Παρατατικός
εγώ εκχωρούσα
εσύ εκχωρούσες
αυτός / αυτή / αυτό εκχωρούσε
εμείς εκχωρούσαμε
εσείς εκχωρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκχωρούσαν
Αόριστος
εγώ εκχώρησα
εσύ εκχώρησες
αυτός / αυτή / αυτό εκχώρησε
εμείς εκχωρήσαμε
εσείς εκχωρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκχώρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκχωρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκχωρήσω
εσύ εκχωρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκχωρήσει
εμείς εκχωρήσουμε
εσείς εκχωρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκχωρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκχωρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκχώρησε
εσείς εκχωρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
εκχωρήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκχωρούμαι
εσύ εκχωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκχωρείται
εμείς εκχωρούμαστε
εσείς εκχωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκχωρούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό εκχωρούνταν
εμείς εκχωρούμασταν
εσείς [εκχωρούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά εκχωρούνταν
Αόριστος
εγώ εκχωρήθηκα
εσύ εκχωρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκχωρήθηκε
εμείς εκχωρηθήκαμε
εσείς εκχωρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκχωρήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκχωρηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκχωρηθώ
εσύ εκχωρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό εκχωρηθεί
εμείς εκχωρηθούμε
εσείς εκχωρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκχωρηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκχωρείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκχωρήσου
εσείς εκχωρηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκχωρηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary