Conjugation of εκχωρώ
ek.xoˈɾoμεταβιβάζω σε κάποιον άλλον κάποιο αντικείμενο ή δικαίωμα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκχωρώ |
| εσύ | εκχωρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκχωρεί |
| εμείς | εκχωρούμε |
| εσείς | εκχωρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκχωρούν |
Παρατατικός
| εγώ | εκχωρούσα |
| εσύ | εκχωρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκχωρούσε |
| εμείς | εκχωρούσαμε |
| εσείς | εκχωρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκχωρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | εκχώρησα |
| εσύ | εκχώρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκχώρησε |
| εμείς | εκχωρήσαμε |
| εσείς | εκχωρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκχώρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκχωρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκχωρήσω |
| εσύ | εκχωρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκχωρήσει |
| εμείς | εκχωρήσουμε |
| εσείς | εκχωρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκχωρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκχωρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκχώρησε |
| εσείς | εκχωρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκχωρήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκχωρούμαι |
| εσύ | εκχωρείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκχωρείται |
| εμείς | εκχωρούμαστε |
| εσείς | εκχωρείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκχωρούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | εκχωρούνταν |
| εμείς | εκχωρούμασταν |
| εσείς | [εκχωρούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκχωρούνταν |
Αόριστος
| εγώ | εκχωρήθηκα |
| εσύ | εκχωρήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκχωρήθηκε |
| εμείς | εκχωρηθήκαμε |
| εσείς | εκχωρηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκχωρήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκχωρηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκχωρηθώ |
| εσύ | εκχωρηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκχωρηθεί |
| εμείς | εκχωρηθούμε |
| εσείς | εκχωρηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκχωρηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκχωρείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκχωρήσου |
| εσείς | εκχωρηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκχωρηθεί |