Conjugation of εκτρέπω
ekˈtɾe.poβγάζω κάτι έξω από την μέχρι τώρα πορεία του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκτρέπω |
| εσύ | εκτρέπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτρέπει |
| εμείς | εκτρέπουμε |
| εσείς | εκτρέπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτρέπουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξέτρεπα |
| εσύ | εξέτρεπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέτρεπε |
| εμείς | εκτρέπαμε |
| εσείς | εκτρέπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέτρεπαν |
Αόριστος
| εγώ | εξέτρεψα |
| εσύ | εξέτρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέτρεψε |
| εμείς | εκτρέψαμε |
| εσείς | εκτρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέτρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκτρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκτρέψω |
| εσύ | εκτρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτρέψει |
| εμείς | εκτρέψουμε |
| εσείς | εκτρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκτρέπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | έκτρεψε |
| εσείς | εκτρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκτρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκτρέπομαι |
| εσύ | εκτρέπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτρέπεται |
| εμείς | εκτρεπόμαστε |
| εσείς | εκτρέπεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτρέπονται |
Παρατατικός
| εγώ | εκτρεπόμουν |
| εσύ | εκτρεπόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτρεπόταν |
| εμείς | εκτρεπόμασταν |
| εσείς | εκτρεπόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτρέπονταν |
Αόριστος
| εγώ | εκτράπηκα |
| εσύ | εκτράπηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτράπηκε |
| εμείς | εκτραπήκαμε |
| εσείς | εκτραπήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτράπηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκτραπώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκτραπώ |
| εσύ | εκτραπείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτραπεί |
| εμείς | εκτραπούμε |
| εσείς | εκτραπείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτραπούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκτρέπεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκτρέψου |
| εσείς | εκτραπείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκτραπεί |