HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκτρέπω — definition

Conjugation of εκτρέπω

Regular CEFR B1
ekˈtɾe.po

βγάζω κάτι έξω από την μέχρι τώρα πορεία του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκτρέπω
εσύ εκτρέπεις
αυτός / αυτή / αυτό εκτρέπει
εμείς εκτρέπουμε
εσείς εκτρέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτρέπουν
Παρατατικός
εγώ εξέτρεπα
εσύ εξέτρεπες
αυτός / αυτή / αυτό εξέτρεπε
εμείς εκτρέπαμε
εσείς εκτρέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέτρεπαν
Αόριστος
εγώ εξέτρεψα
εσύ εξέτρεψες
αυτός / αυτή / αυτό εξέτρεψε
εμείς εκτρέψαμε
εσείς εκτρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέτρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκτρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκτρέψω
εσύ εκτρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό εκτρέψει
εμείς εκτρέψουμε
εσείς εκτρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκτρέπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έκτρεψε
εσείς εκτρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκτρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκτρέπομαι
εσύ εκτρέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκτρέπεται
εμείς εκτρεπόμαστε
εσείς εκτρέπεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτρέπονται
Παρατατικός
εγώ εκτρεπόμουν
εσύ εκτρεπόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εκτρεπόταν
εμείς εκτρεπόμασταν
εσείς εκτρεπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εκτρέπονταν
Αόριστος
εγώ εκτράπηκα
εσύ εκτράπηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκτράπηκε
εμείς εκτραπήκαμε
εσείς εκτραπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτράπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκτραπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκτραπώ
εσύ εκτραπείς
αυτός / αυτή / αυτό εκτραπεί
εμείς εκτραπούμε
εσείς εκτραπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκτραπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκτρέπεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκτρέψου
εσείς εκτραπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκτραπεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary