Conjugation of εκτιμώ
e.ktiˈmoκάνω μια εκτίμηση, έναν υπολογισμό για την αξία (ή την έκταση, το μέγεθος κ.λπ.) κάποιων πραγμάτων Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκτιμάω |
| εσύ | εκτιμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτιμάει |
| εμείς | εκτιμάμε |
| εσείς | εκτιμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτιμάνε |
Παρατατικός
| εγώ | εκτιμούσα |
| εσύ | εκτιμούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτιμούσε |
| εμείς | εκτιμούσαμε |
| εσείς | εκτιμούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτιμούσαν |
Αόριστος
| εγώ | εκτίμησα |
| εσύ | εκτίμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτίμησε |
| εμείς | εκτιμήσαμε |
| εσείς | εκτιμήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτίμησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκτιμήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκτιμήσω |
| εσύ | εκτιμήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτιμήσει |
| εμείς | εκτιμήσουμε |
| εσείς | εκτιμήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτιμήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εκτίμα |
| εσείς | εκτιμάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκτίμησε |
| εσείς | εκτιμήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκτιμήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκτιμώμαι |
| εσύ | εκτιμάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτιμάται |
| εμείς | εκτιμόμαστε |
| εσείς | εκτιμάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτιμώνται |
Αόριστος
| εγώ | εκτιμήθηκα |
| εσύ | εκτιμήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτιμήθηκε |
| εμείς | εκτιμηθήκαμε |
| εσείς | εκτιμηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτιμήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκτιμηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκτιμηθώ |
| εσύ | εκτιμηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτιμηθεί |
| εμείς | εκτιμηθούμε |
| εσείς | εκτιμηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτιμηθούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκτιμήσου |
| εσείς | εκτιμηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκτιμηθεί |