Conjugation of εκταμιεύω
e.kta.miˈe.voκάνω ανάληψη χρημάτων ή αναλαμβάνω χρήματα από κάποιον πιστωτικό λογαριασμό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκταμιεύω |
| εσύ | εκταμιεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκταμιεύει |
| εμείς | εκταμιεύουμε |
| εσείς | εκταμιεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκταμιεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | εκταμίευα |
| εσύ | εκταμίευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκταμίευε |
| εμείς | εκταμιεύαμε |
| εσείς | εκταμιεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκταμίευαν |
Αόριστος
| εγώ | εκταμίευσα |
| εσύ | εκταμίευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκταμίευσε |
| εμείς | εκταμιεύσαμε |
| εσείς | εκταμιεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκταμίευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκταμιεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκταμιεύσω |
| εσύ | εκταμιεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκταμιεύσει |
| εμείς | εκταμιεύσουμε |
| εσείς | εκταμιεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκταμιεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εκταμίευε |
| εσείς | εκταμιεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκταμίευσε |
| εσείς | εκταμιεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκταμιεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκταμιεύομαι |
| εσύ | εκταμιεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκταμιεύεται |
| εμείς | εκταμιευόμαστε |
| εσείς | εκταμιεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκταμιεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | εκταμιευόμουν |
| εσύ | εκταμιευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκταμιευόταν |
| εμείς | εκταμιευόμασταν |
| εσείς | εκταμιευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκταμιεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | εκταμιεύτηκα |
| εσύ | εκταμιεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκταμιεύτηκε |
| εμείς | εκταμιευτήκαμε |
| εσείς | εκταμιευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκταμιεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκταμιευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκταμιευτώ |
| εσύ | εκταμιευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκταμιευτεί |
| εμείς | εκταμιευτούμε |
| εσείς | εκταμιευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκταμιευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκταμιεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκταμιεύσου |
| εσείς | εκταμιευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκταμιευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.