HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκρέω — definition

Conjugation of εκρέω

Regular CEFR B1
eˈkre.o

εκβάλλω (για ποτάμι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκρέω
εσύ εκρέεις
αυτός / αυτή / αυτό εκρέει
εμείς εκρέουμε
εσείς εκρέετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκρέουν
Παρατατικός
εγώ εξέρρεα
εσύ εξέρρεες
αυτός / αυτή / αυτό εξέρρεε
εμείς εκρέαμε
εσείς εκρέατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέρρεαν
Αόριστος
εγώ εξέρρευσα
εσύ εξέρρευσες
αυτός / αυτή / αυτό εξέρρευσε
εμείς εκρεύσαμε
εσείς εκρεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέρρευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκρεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκρεύσω
εσύ εκρεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκρεύσει
εμείς εκρεύσουμε
εσείς εκρεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκρεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκρέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έκρευσε
εσείς εκρεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
εκρεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary