Conjugation of εκπροσωπώ
ek.pɾo.soˈpoεκφράζω μια ομάδα (καλλιτεχνική, ιδεολογική, πολιτική κ.λπ.) στην οποία και ανήκω ή μια τάση στην οποία και συμμετέχω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκπροσωπώ |
| εσύ | εκπροσωπείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπροσωπεί |
| εμείς | εκπροσωπούμε |
| εσείς | εκπροσωπείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπροσωπούν |
Παρατατικός
| εγώ | εκπροσωπούσα |
| εσύ | εκπροσωπούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπροσωπούσε |
| εμείς | εκπροσωπούσαμε |
| εσείς | εκπροσωπούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπροσωπούσαν |
Αόριστος
| εγώ | εκπροσώπησα |
| εσύ | εκπροσώπησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπροσώπησε |
| εμείς | εκπροσωπήσαμε |
| εσείς | εκπροσωπήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπροσώπησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκπροσωπήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκπροσωπήσω |
| εσύ | εκπροσωπήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπροσωπήσει |
| εμείς | εκπροσωπήσουμε |
| εσείς | εκπροσωπήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπροσωπήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκπροσωπείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκπροσώπησε |
| εσείς | εκπροσωπήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκπροσωπήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκπροσωπούμαι |
| εσύ | εκπροσωπείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπροσωπείται |
| εμείς | εκπροσωπούμαστε |
| εσείς | εκπροσωπείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπροσωπούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπροσωπούνταν |
| εμείς | εκπροσωπούμασταν |
| εσείς | [εκπροσωπούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπροσωπούνταν |
Αόριστος
| εγώ | εκπροσωπήθηκα |
| εσύ | εκπροσωπήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπροσωπήθηκε |
| εμείς | εκπροσωπηθήκαμε |
| εσείς | εκπροσωπηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπροσωπήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκπροσωπηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκπροσωπηθώ |
| εσύ | εκπροσωπηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπροσωπηθεί |
| εμείς | εκπροσωπηθούμε |
| εσείς | εκπροσωπηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπροσωπηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκπροσωπείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκπροσωπήσου |
| εσείς | εκπροσωπηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκπροσωπηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.