HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκπνέω — definition

Conjugation of εκπνέω

Regular CEFR B1
ekˈpne.o

ξεψυχώ, πεθαίνω, αφήνω την τελευταία πνοή (Χρησιμοποιείται κυρίως για πρόσωπα και σε συντελεσμένο χρόνο) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκπνέω
εσύ εκπνέεις
αυτός / αυτή / αυτό εκπνέει
εμείς εκπνέουμε
εσείς εκπνέετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπνέουν
Παρατατικός
εγώ εξέπνεα
εσύ εξέπνεες
αυτός / αυτή / αυτό εξέπνεε
εμείς εκπνέαμε
εσείς εκπνέατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέπνεαν
Αόριστος
εγώ εξέπνευσα
εσύ εξέπνευσες
αυτός / αυτή / αυτό εξέπνευσε
εμείς εκπνεύσαμε
εσείς εκπνεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέπνευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπνεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκπνεύσω
εσύ εκπνεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκπνεύσει
εμείς εκπνεύσουμε
εσείς εκπνεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπνεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκπνέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έκπνευσε
εσείς εκπνεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
εκπνεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκπνέομαι
εσύ εκπνέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκπνέεται
εμείς εκπνεόμαστε
εσείς εκπνέεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπνέονται
Παρατατικός
εγώ εκπνεόμουν
εσύ εκπνεόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εκπνεόταν
εμείς εκπνεόμασταν
εσείς εκπνεόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εκπνέονταν
Αόριστος
εγώ εκπνεύστηκα
εσύ εκπνεύστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκπνεύστηκε
εμείς εκπνευστήκαμε
εσείς εκπνευστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπνεύστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπνευστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκπνευστώ
εσύ εκπνευστείς
αυτός / αυτή / αυτό εκπνευστεί
εμείς εκπνευστούμε
εσείς εκπνευστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπνευστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκπνέεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκπνεύσου
εσείς εκπνευστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκπνευστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary