Conjugation of εκπνέω
ekˈpne.oξεψυχώ, πεθαίνω, αφήνω την τελευταία πνοή (Χρησιμοποιείται κυρίως για πρόσωπα και σε συντελεσμένο χρόνο) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκπνέω |
| εσύ | εκπνέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπνέει |
| εμείς | εκπνέουμε |
| εσείς | εκπνέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπνέουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξέπνεα |
| εσύ | εξέπνεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέπνεε |
| εμείς | εκπνέαμε |
| εσείς | εκπνέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέπνεαν |
Αόριστος
| εγώ | εξέπνευσα |
| εσύ | εξέπνευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέπνευσε |
| εμείς | εκπνεύσαμε |
| εσείς | εκπνεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέπνευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκπνεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκπνεύσω |
| εσύ | εκπνεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπνεύσει |
| εμείς | εκπνεύσουμε |
| εσείς | εκπνεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπνεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκπνέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | έκπνευσε |
| εσείς | εκπνεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκπνεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκπνέομαι |
| εσύ | εκπνέεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπνέεται |
| εμείς | εκπνεόμαστε |
| εσείς | εκπνέεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπνέονται |
Παρατατικός
| εγώ | εκπνεόμουν |
| εσύ | εκπνεόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπνεόταν |
| εμείς | εκπνεόμασταν |
| εσείς | εκπνεόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπνέονταν |
Αόριστος
| εγώ | εκπνεύστηκα |
| εσύ | εκπνεύστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπνεύστηκε |
| εμείς | εκπνευστήκαμε |
| εσείς | εκπνευστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπνεύστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκπνευστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκπνευστώ |
| εσύ | εκπνευστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπνευστεί |
| εμείς | εκπνευστούμε |
| εσείς | εκπνευστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπνευστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκπνέεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκπνεύσου |
| εσείς | εκπνευστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκπνευστεί |