Conjugation of εκπλέω
ekˈple.oεξέρχομαι πλέοντας (με πλοίο ή σκάφος), από λιμάνι, όρμο, διώρυγα κ.λπ. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκπλέω |
| εσύ | εκπλέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπλέει |
| εμείς | εκπλέουμε |
| εσείς | εκπλέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπλέουν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | εξέπλεα |
| εσύ | εξέπλεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέπλεε |
| εμείς | εκπλέαμε |
| εσείς | εκπλέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέπλεαν |
Αόριστος
| εγώ | εξέπλευσα |
| εσύ | εξέπλευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέπλευσε |
| εμείς | εκπλεύσαμε |
| εσείς | εκπλεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέπλευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκπλεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκπλεύσω |
| εσύ | εκπλεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπλεύσει |
| εμείς | εκπλεύσουμε |
| εσείς | εκπλεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπλεύσουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκπλέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | έκπλευσε |
| εσείς | εκπλεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκπλεύσει |