HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκπλέω — definition

Conjugation of εκπλέω

Regular CEFR B1
ekˈple.o

εξέρχομαι πλέοντας (με πλοίο ή σκάφος), από λιμάνι, όρμο, διώρυγα κ.λπ. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκπλέω
εσύ εκπλέεις
αυτός / αυτή / αυτό εκπλέει
εμείς εκπλέουμε
εσείς εκπλέετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπλέουν[ε]
Παρατατικός
εγώ εξέπλεα
εσύ εξέπλεες
αυτός / αυτή / αυτό εξέπλεε
εμείς εκπλέαμε
εσείς εκπλέατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέπλεαν
Αόριστος
εγώ εξέπλευσα
εσύ εξέπλευσες
αυτός / αυτή / αυτό εξέπλευσε
εμείς εκπλεύσαμε
εσείς εκπλεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέπλευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπλεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκπλεύσω
εσύ εκπλεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκπλεύσει
εμείς εκπλεύσουμε
εσείς εκπλεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπλεύσουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκπλέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έκπλευσε
εσείς εκπλεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
εκπλεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary