HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκπίπτω — definition

Conjugation of εκπίπτω

Regular CEFR B1
ekˈpi.pto

υποτιμώ την ονομαστική τιμή ενός εμπορεύματος, κάνω έκπτωση στην τιμή του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκπίπτω
εσύ εκπίπτεις
αυτός / αυτή / αυτό εκπίπτει
εμείς εκπίπτουμε
εσείς εκπίπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπίπτουν
Παρατατικός
εγώ εξέπιπτα
εσύ εξέπιπτες
αυτός / αυτή / αυτό εξέπιπτε
εμείς εκπίπταμε
εσείς εκπίπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέπιπταν
Αόριστος
εγώ εξέπεσα
εσύ εξέπεσες
αυτός / αυτή / αυτό εξέπεσε
εμείς εκπέσαμε
εσείς εκπέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέπεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκπέσω
εσύ εκπέσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκπέσει
εμείς εκπέσουμε
εσείς εκπέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκπίπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έκπεσε
εσείς εκπέσετε
Απαρέμφατο αορίστου
εκπέσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary