HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκπέμπω — definition

Conjugation of εκπέμπω

Regular CEFR B1
ekˈpem.bo

μεταδίδω ηχητικά ή οπτικά σήματα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκπέμπω
εσύ εκπέμπεις
αυτός / αυτή / αυτό εκπέμπει
εμείς εκπέμπουμε
εσείς εκπέμπετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπέμπουν
Παρατατικός
εγώ εξέπεμπα
εσύ εξέπεμπες
αυτός / αυτή / αυτό εξέπεμπε
εμείς εκπέμπαμε
εσείς εκπέμπατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέπεμπαν
Αόριστος
εγώ εξέπεμψα
εσύ εξέπεμψες
αυτός / αυτή / αυτό εξέπεμψε
εμείς εκπέμπψαμε
εσείς εκπέμπψατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέπεμψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπέμπψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκπέμπψω
εσύ εκπέμπψεις
αυτός / αυτή / αυτό εκπέμπψει
εμείς εκπέμπψουμε
εσείς εκπέμπψετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπέμπψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκπέμπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς εκπέμπψτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκπέμπψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκπέμπομαι
εσύ εκπέμπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκπέμπεται
εμείς εκπεμπόμαστε
εσείς εκπέμπεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπέμπονται
Παρατατικός
εγώ εκπεμπόμουν
εσύ εκπεμπόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εκπεμπόταν
εμείς εκπεμπόμασταν
εσείς εκπεμπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εκπέμπονταν
Αόριστος
εγώ εκπέμφθηκα
εσύ εκπέμφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκπέμφθηκε
εμείς εκπεμφθήκαμε
εσείς εκπεμφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπέμφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπεμφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκπεμφθώ
εσύ εκπεμφθείς
αυτός / αυτή / αυτό εκπεμφθεί
εμείς εκπεμφθούμε
εσείς εκπεμφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπεμφθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκπέμπεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκπέμπψου
εσείς εκπεμφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκπεμφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary