Conjugation of εκπέμπω
ekˈpem.boμεταδίδω ηχητικά ή οπτικά σήματα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκπέμπω |
| εσύ | εκπέμπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπέμπει |
| εμείς | εκπέμπουμε |
| εσείς | εκπέμπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπέμπουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξέπεμπα |
| εσύ | εξέπεμπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέπεμπε |
| εμείς | εκπέμπαμε |
| εσείς | εκπέμπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέπεμπαν |
Αόριστος
| εγώ | εξέπεμψα |
| εσύ | εξέπεμψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέπεμψε |
| εμείς | εκπέμπψαμε |
| εσείς | εκπέμπψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέπεμψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκπέμπψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκπέμπψω |
| εσύ | εκπέμπψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπέμπψει |
| εμείς | εκπέμπψουμε |
| εσείς | εκπέμπψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπέμπψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκπέμπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | εκπέμπψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκπέμπψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκπέμπομαι |
| εσύ | εκπέμπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπέμπεται |
| εμείς | εκπεμπόμαστε |
| εσείς | εκπέμπεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπέμπονται |
Παρατατικός
| εγώ | εκπεμπόμουν |
| εσύ | εκπεμπόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπεμπόταν |
| εμείς | εκπεμπόμασταν |
| εσείς | εκπεμπόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπέμπονταν |
Αόριστος
| εγώ | εκπέμφθηκα |
| εσύ | εκπέμφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπέμφθηκε |
| εμείς | εκπεμφθήκαμε |
| εσείς | εκπεμφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπέμφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκπεμφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκπεμφθώ |
| εσύ | εκπεμφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπεμφθεί |
| εμείς | εκπεμφθούμε |
| εσείς | εκπεμφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπεμφθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκπέμπεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκπέμπψου |
| εσείς | εκπεμφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκπεμφθεί |