HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκνευρίζω — definition

Conjugation of εκνευρίζω

Regular CEFR B2
e.kneˈvɾi.zo

προκαλώ νευρικότητα σε κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκνευρίζω
εσύ εκνευρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εκνευρίζει
εμείς εκνευρίζουμε
εσείς εκνευρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκνευρίζουν
Παρατατικός
εγώ εκνεύριζα
εσύ εκνεύριζες
αυτός / αυτή / αυτό εκνεύριζε
εμείς εκνευρίζαμε
εσείς εκνευρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκνεύριζαν
Αόριστος
εγώ εκνεύρισα
εσύ εκνεύρισες
αυτός / αυτή / αυτό εκνεύρισε
εμείς εκνευρίσαμε
εσείς εκνευρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκνεύρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκνευρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκνευρίσω
εσύ εκνευρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκνευρίσει
εμείς εκνευρίσουμε
εσείς εκνευρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκνευρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εκνεύριζε
εσείς εκνευρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκνεύρισε
εσείς εκνευρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
εκνευρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκνευρίζομαι
εσύ εκνευρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκνευρίζεται
εμείς εκνευριζόμαστε
εσείς εκνευρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκνευρίζονται
Παρατατικός
εγώ εκνευριζόμουν
εσύ εκνευριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εκνευριζόταν
εμείς εκνευριζόμασταν
εσείς εκνευριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εκνευρίζονταν
Αόριστος
εγώ εκνευρίστηκα
εσύ εκνευρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκνευρίστηκε
εμείς εκνευριστήκαμε
εσείς εκνευριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκνευρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκνευριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκνευριστώ
εσύ εκνευριστείς
αυτός / αυτή / αυτό εκνευριστεί
εμείς εκνευριστούμε
εσείς εκνευριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκνευριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκνευρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκνευρίσου
εσείς εκνευριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκνευριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary