HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκλύω — definition

Conjugation of εκλύω

Regular CEFR B1
eˈkli.o

ελευθερώνω στον περιβάλλοντα χώρο κάτι (ύλη, ενέργεια κ.λπ.) διαχέοντάς το Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκλύω
εσύ εκλύεις
αυτός / αυτή / αυτό εκλύει
εμείς εκλύουμε
εσείς εκλύετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκλύουν
Παρατατικός
εγώ εξέλυα
εσύ εξέλυες
αυτός / αυτή / αυτό εξέλυε
εμείς εκλύαμε
εσείς εκλύατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέλυαν
Αόριστος
εγώ εξέλυσα
εσύ εξέλυσες
αυτός / αυτή / αυτό εξέλυσε
εμείς εκλύσαμε
εσείς εκλύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέλυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκλύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκλύσω
εσύ εκλύσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκλύσει
εμείς εκλύσουμε
εσείς εκλύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκλύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ έκλυε
εσείς εκλύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έκλυσε
εσείς εκλύστε
Απαρέμφατο αορίστου
εκλύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκλύομαι
εσύ εκλύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκλύεται
εμείς εκλυόμαστε
εσείς εκλύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκλύονται
Παρατατικός
εγώ εκλυόμουν
εσύ εκλυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εκλυόταν
εμείς εκλυόμασταν
εσείς εκλυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εκλύονταν
Αόριστος
εγώ εκλύθηκα
εσύ εκλύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκλύθηκε
εμείς εκλυθήκαμε
εσείς εκλυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκλύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκλυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκλυθώ
εσύ εκλυθείς
αυτός / αυτή / αυτό εκλυθεί
εμείς εκλυθούμε
εσείς εκλυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκλυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκλύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκλύσου
εσείς εκλυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκλυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary