Conjugation of εκλύω
eˈkli.oελευθερώνω στον περιβάλλοντα χώρο κάτι (ύλη, ενέργεια κ.λπ.) διαχέοντάς το Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκλύω |
| εσύ | εκλύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκλύει |
| εμείς | εκλύουμε |
| εσείς | εκλύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκλύουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξέλυα |
| εσύ | εξέλυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέλυε |
| εμείς | εκλύαμε |
| εσείς | εκλύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέλυαν |
Αόριστος
| εγώ | εξέλυσα |
| εσύ | εξέλυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέλυσε |
| εμείς | εκλύσαμε |
| εσείς | εκλύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέλυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκλύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκλύσω |
| εσύ | εκλύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκλύσει |
| εμείς | εκλύσουμε |
| εσείς | εκλύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκλύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | έκλυε |
| εσείς | εκλύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | έκλυσε |
| εσείς | εκλύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκλύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκλύομαι |
| εσύ | εκλύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκλύεται |
| εμείς | εκλυόμαστε |
| εσείς | εκλύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκλύονται |
Παρατατικός
| εγώ | εκλυόμουν |
| εσύ | εκλυόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκλυόταν |
| εμείς | εκλυόμασταν |
| εσείς | εκλυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκλύονταν |
Αόριστος
| εγώ | εκλύθηκα |
| εσύ | εκλύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκλύθηκε |
| εμείς | εκλυθήκαμε |
| εσείς | εκλυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκλύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκλυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκλυθώ |
| εσύ | εκλυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκλυθεί |
| εμείς | εκλυθούμε |
| εσείς | εκλυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκλυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκλύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκλύσου |
| εσείς | εκλυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκλυθεί |