Conjugation of εκκρούω
eˈkruoto delete one of adjacent vowels of different words Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκκρούω |
| εσύ | εκκρούεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκρούει |
| εμείς | εκκρούουμε |
| εσείς | εκκρούετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκρούουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξέκρουα |
| εσύ | εξέκρουες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέκρουε |
| εμείς | εκκρούαμε |
| εσείς | εκκρούατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέκρουαν |
Αόριστος
| εγώ | εξέκρουσα |
| εσύ | εξέκρουσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέκρουσε |
| εμείς | εκκρούσαμε |
| εσείς | εκκρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέκρουσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκκρούσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκκρούσω |
| εσύ | εκκρούσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκρούσει |
| εμείς | εκκρούσουμε |
| εσείς | εκκρούσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκρούσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκκρούετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | έκκρουσε |
| εσείς | εκκρούστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκκρούσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκκρούομαι |
| εσύ | εκκρούεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκρούεται |
| εμείς | εκκρουόμαστε |
| εσείς | εκκρούεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκρούονται |
Παρατατικός
| εγώ | εκκρουόμουν |
| εσύ | εκκρουόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκρουόταν |
| εμείς | εκκρουόμασταν |
| εσείς | εκκρουόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκρούονταν |
Αόριστος
| εγώ | εκκρούσθηκα |
| εσύ | εκκρούσθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκρούσθηκε |
| εμείς | εκκρουσθήκαμε |
| εσείς | εκκρουσθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκρούσθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκκρουσθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκκρουσθώ |
| εσύ | εκκρουσθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκρουσθεί |
| εμείς | εκκρουσθούμε |
| εσείς | εκκρουσθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκρουσθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκκρούεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκκρούσου |
| εσείς | εκκρουσθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκκρουσθεί |