HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκκρούω — definition

Conjugation of εκκρούω

Regular CEFR B1
eˈkruo

to delete one of adjacent vowels of different words Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκκρούω
εσύ εκκρούεις
αυτός / αυτή / αυτό εκκρούει
εμείς εκκρούουμε
εσείς εκκρούετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκρούουν
Παρατατικός
εγώ εξέκρουα
εσύ εξέκρουες
αυτός / αυτή / αυτό εξέκρουε
εμείς εκκρούαμε
εσείς εκκρούατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέκρουαν
Αόριστος
εγώ εξέκρουσα
εσύ εξέκρουσες
αυτός / αυτή / αυτό εξέκρουσε
εμείς εκκρούσαμε
εσείς εκκρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εξέκρουσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκκρούσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκκρούσω
εσύ εκκρούσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκκρούσει
εμείς εκκρούσουμε
εσείς εκκρούσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκρούσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκκρούετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έκκρουσε
εσείς εκκρούστε
Απαρέμφατο αορίστου
εκκρούσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκκρούομαι
εσύ εκκρούεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκκρούεται
εμείς εκκρουόμαστε
εσείς εκκρούεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκρούονται
Παρατατικός
εγώ εκκρουόμουν
εσύ εκκρουόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εκκρουόταν
εμείς εκκρουόμασταν
εσείς εκκρουόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εκκρούονταν
Αόριστος
εγώ εκκρούσθηκα
εσύ εκκρούσθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκκρούσθηκε
εμείς εκκρουσθήκαμε
εσείς εκκρουσθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκρούσθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκκρουσθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκκρουσθώ
εσύ εκκρουσθείς
αυτός / αυτή / αυτό εκκρουσθεί
εμείς εκκρουσθούμε
εσείς εκκρουσθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκρουσθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκκρούεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκκρούσου
εσείς εκκρουσθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκκρουσθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary