HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκκολάπτω — definition

Conjugation of εκκολάπτω

Regular CEFR B2
e.koˈla.pto

συμβάλλω στην ανάπτυξη ενός πτηνού μέσα στο αβγό του και στην εν καιρώ έξοδό του απ’ αυτό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκκολάπτω
εσύ εκκολάπτεις
αυτός / αυτή / αυτό εκκολάπτει
εμείς εκκολάπτουμε
εσείς εκκολάπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκολάπτουν[ε]
Παρατατικός
εγώ εκκόλαπτα
εσύ εκκόλαπτες
αυτός / αυτή / αυτό εκκόλαπτε
εμείς εκκολάπταμε
εσείς εκκολάπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκόλαπταν
Αόριστος
εγώ εκκόλαψα
εσύ εκκόλαψες
αυτός / αυτή / αυτό εκκόλαψε
εμείς εκκολάψαμε
εσείς εκκολάψατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκόλαψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκκολάψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκκολάψω
εσύ εκκολάψεις
αυτός / αυτή / αυτό εκκολάψει
εμείς εκκολάψουμε
εσείς εκκολάψετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκολάψουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εκκόλαπτε
εσείς εκκολάπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκκόλαψε
εσείς εκκολάψτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκκολάψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκκολάπτομαι
εσύ εκκολάπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκκολάπτεται
εμείς εκκολαπτόμαστε
εσείς εκκολάπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκολάπτονται
Παρατατικός
εγώ εκκολαπτόμουν[α]
εσύ εκκολαπτόσουν[α]
αυτός / αυτή / αυτό εκκολαπτόταν[ε]
εμείς εκκολαπτόμασταν
εσείς εκκολαπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εκκολάπτονταν
Αόριστος
εγώ εκκολάφθηκα
εσύ εκκολάφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκκολάφθηκε
εμείς εκκολαφθήκαμε
εσείς εκκολαφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκολάφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκκολαφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκκολαφθώ
εσύ εκκολαφθείς
αυτός / αυτή / αυτό εκκολαφθεί
εμείς εκκολαφθούμε
εσείς εκκολαφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκολαφθούν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκκολάπτεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκκολάψου
εσείς εκκολαφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκκολαφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary