Conjugation of εκκολάπτω
e.koˈla.ptoσυμβάλλω στην ανάπτυξη ενός πτηνού μέσα στο αβγό του και στην εν καιρώ έξοδό του απ’ αυτό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκκολάπτω |
| εσύ | εκκολάπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκολάπτει |
| εμείς | εκκολάπτουμε |
| εσείς | εκκολάπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκολάπτουν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | εκκόλαπτα |
| εσύ | εκκόλαπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκόλαπτε |
| εμείς | εκκολάπταμε |
| εσείς | εκκολάπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκόλαπταν |
Αόριστος
| εγώ | εκκόλαψα |
| εσύ | εκκόλαψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκόλαψε |
| εμείς | εκκολάψαμε |
| εσείς | εκκολάψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκόλαψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκκολάψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκκολάψω |
| εσύ | εκκολάψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκολάψει |
| εμείς | εκκολάψουμε |
| εσείς | εκκολάψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκολάψουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εκκόλαπτε |
| εσείς | εκκολάπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκκόλαψε |
| εσείς | εκκολάψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκκολάψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκκολάπτομαι |
| εσύ | εκκολάπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκολάπτεται |
| εμείς | εκκολαπτόμαστε |
| εσείς | εκκολάπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκολάπτονται |
Παρατατικός
| εγώ | εκκολαπτόμουν[α] |
| εσύ | εκκολαπτόσουν[α] |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκολαπτόταν[ε] |
| εμείς | εκκολαπτόμασταν |
| εσείς | εκκολαπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκολάπτονταν |
Αόριστος
| εγώ | εκκολάφθηκα |
| εσύ | εκκολάφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκολάφθηκε |
| εμείς | εκκολαφθήκαμε |
| εσείς | εκκολαφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκολάφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκκολαφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκκολαφθώ |
| εσύ | εκκολαφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκκολαφθεί |
| εμείς | εκκολαφθούμε |
| εσείς | εκκολαφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκκολαφθούν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκκολάπτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκκολάψου |
| εσείς | εκκολαφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκκολαφθεί |