HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκκενώνω — definition

Conjugation of εκκενώνω

Regular CEFR B2
e.ceˈno.no

απομακρύνω κάποια άτομα από έναν χώρο (για στρατιωτικούς ή άλλους λόγους) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκκενώνω
εσύ εκκενώνεις
αυτός / αυτή / αυτό εκκενώνει
εμείς εκκενώνουμε
εσείς εκκενώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκενώνουν
Παρατατικός
εγώ εκκένωνα
εσύ εκκένωνες
αυτός / αυτή / αυτό εκκένωνε
εμείς εκκενώναμε
εσείς εκκενώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκένωναν
Αόριστος
εγώ εκκένωσα
εσύ εκκένωσες
αυτός / αυτή / αυτό εκκένωσε
εμείς εκκενώσαμε
εσείς εκκενώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκένωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκκενώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκκενώσω
εσύ εκκενώσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκκενώσει
εμείς εκκενώσουμε
εσείς εκκενώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκενώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εκκένωνε
εσείς εκκενώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκκένωσε
εσείς εκκενώστε
Απαρέμφατο αορίστου
εκκενώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκκενώνομαι
εσύ εκκενώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκκενώνεται
εμείς εκκενωνόμαστε
εσείς εκκενώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκενώνονται
Παρατατικός
εγώ εκκενωνόμουν
εσύ εκκενωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εκκενωνόταν
εμείς εκκενωνόμασταν
εσείς εκκενωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εκκενώνονταν
Αόριστος
εγώ εκκενώθηκα
εσύ εκκενώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκκενώθηκε
εμείς εκκενωθήκαμε
εσείς εκκενωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκενώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκκενωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκκενωθώ
εσύ εκκενωθείς
αυτός / αυτή / αυτό εκκενωθεί
εμείς εκκενωθούμε
εσείς εκκενωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκκενωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκκενώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκκενώσου
εσείς εκκενωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκκενωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary