Conjugation of εκθέτω
ekˈθe.toαφήνω κάποιον απροστάτευτο ή έκθετο στις επικρίσεις και τις κατηγορίες κάποιων Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκθέτω |
| εσύ | εκθέτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκθέτει |
| εμείς | εκθέτουμε |
| εσείς | εκθέτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκθέτουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξέθετα |
| εσύ | εξέθετες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέθετε |
| εμείς | εκθέταμε |
| εσείς | εκθέτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέθεταν |
Αόριστος
| εγώ | εξέθεσα |
| εσύ | εξέθεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέθεσε |
| εμείς | εκθέσαμε |
| εσείς | εκθέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέθεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκθέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκθέσω |
| εσύ | εκθέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκθέσει |
| εμείς | εκθέσουμε |
| εσείς | εκθέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκθέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκθέτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | έκθεσε |
| εσείς | εκθέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκθέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκτίθεμαι |
| εσύ | εκτίθεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτίθεται |
| εσείς | εκτίθεσθε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτίθενται |
Αόριστος
| εγώ | εκτέθηκα |
| εσύ | εκτέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτέθηκε |
| εμείς | εκτεθήκαμε |
| εσείς | εκτεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκτεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκτεθώ |
| εσύ | εκτεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκτεθεί |
| εμείς | εκτεθούμε |
| εσείς | εκτεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκτεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκτίθεσθε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκθέσου |
| εσείς | εκτεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκτεθεί |