Conjugation of εκδικούμαι
ek.ðiˈku.meπαίρνω εκδίκηση, ανταποδίδω κάποια αδικία ή προσβολή που (μου) έγινε Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκδικούμαι (εκδικιέμαι →) |
| εσύ | εκδικείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδικείται |
| εμείς | εκδικούμαστε |
| εσείς | εκδικείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδικούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδικούνταν |
| εμείς | εκδικούμασταν |
| εσείς | [εκδικούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδικούνταν |
Αόριστος
| εγώ | εκδικήθηκα |
| εσύ | εκδικήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδικήθηκε |
| εμείς | εκδικηθήκαμε |
| εσείς | εκδικηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδικήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκδικηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκδικηθώ |
| εσύ | εκδικηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδικηθεί |
| εμείς | εκδικηθούμε |
| εσείς | εκδικηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδικηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκδικείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκδικήσου |
| εσείς | εκδικηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκδικηθεί |