HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκδηλώνω — definition

Conjugation of εκδηλώνω

Regular CEFR B2
ek.ðiˈlo.no

εκφράζω κάτι που σκέφτομαι ή αισθάνομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκδηλώνω
εσύ εκδηλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό εκδηλώνει
εμείς εκδηλώνουμε
εσείς εκδηλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκδηλώνουν
Παρατατικός
εγώ εκδήλωνα
εσύ εκδήλωνες
αυτός / αυτή / αυτό εκδήλωνε
εμείς εκδηλώναμε
εσείς εκδηλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκδήλωναν
Αόριστος
εγώ εκδήλωσα
εσύ εκδήλωσες
αυτός / αυτή / αυτό εκδήλωσε
εμείς εκδηλώσαμε
εσείς εκδηλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκδήλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκδηλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκδηλώσω
εσύ εκδηλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκδηλώσει
εμείς εκδηλώσουμε
εσείς εκδηλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκδηλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εκδήλωνε
εσείς εκδηλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκδήλωσε
εσείς εκδηλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
εκδηλώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκδηλώνομαι
εσύ εκδηλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκδηλώνεται
εμείς εκδηλωνόμαστε
εσείς εκδηλώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκδηλώνονται
Παρατατικός
εγώ εκδηλωνόμουν
εσύ εκδηλωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εκδηλωνόταν
εμείς εκδηλωνόμασταν
εσείς εκδηλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εκδηλώνονταν
Αόριστος
εγώ εκδηλώθηκα
εσύ εκδηλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκδηλώθηκε
εμείς εκδηλωθήκαμε
εσείς εκδηλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκδηλώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκδηλωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκδηλωθώ
εσύ εκδηλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό εκδηλωθεί
εμείς εκδηλωθούμε
εσείς εκδηλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκδηλωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκδηλώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκδηλώσου
εσείς εκδηλωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκδηλωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary