Conjugation of εκδηλώνω
ek.ðiˈlo.noεκφράζω κάτι που σκέφτομαι ή αισθάνομαι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκδηλώνω |
| εσύ | εκδηλώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδηλώνει |
| εμείς | εκδηλώνουμε |
| εσείς | εκδηλώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδηλώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | εκδήλωνα |
| εσύ | εκδήλωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδήλωνε |
| εμείς | εκδηλώναμε |
| εσείς | εκδηλώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδήλωναν |
Αόριστος
| εγώ | εκδήλωσα |
| εσύ | εκδήλωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδήλωσε |
| εμείς | εκδηλώσαμε |
| εσείς | εκδηλώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδήλωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκδηλώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκδηλώσω |
| εσύ | εκδηλώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδηλώσει |
| εμείς | εκδηλώσουμε |
| εσείς | εκδηλώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδηλώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εκδήλωνε |
| εσείς | εκδηλώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκδήλωσε |
| εσείς | εκδηλώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκδηλώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκδηλώνομαι |
| εσύ | εκδηλώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδηλώνεται |
| εμείς | εκδηλωνόμαστε |
| εσείς | εκδηλώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδηλώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | εκδηλωνόμουν |
| εσύ | εκδηλωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδηλωνόταν |
| εμείς | εκδηλωνόμασταν |
| εσείς | εκδηλωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδηλώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | εκδηλώθηκα |
| εσύ | εκδηλώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδηλώθηκε |
| εμείς | εκδηλωθήκαμε |
| εσείς | εκδηλωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδηλώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκδηλωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκδηλωθώ |
| εσύ | εκδηλωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδηλωθεί |
| εμείς | εκδηλωθούμε |
| εσείς | εκδηλωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδηλωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκδηλώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκδηλώσου |
| εσείς | εκδηλωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκδηλωθεί |