Conjugation of εκδίδω
ekˈði.ðoσυλλαμβάνω αλλοδαπό εγκληματία και τον παραδίνω στην αστυνομία της χώρας του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκδίδω |
| εσύ | εκδίδεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδίδει |
| εμείς | εκδίδουμε |
| εσείς | εκδίδετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδίδουν |
Παρατατικός
| εγώ | εξέδιδα |
| εσύ | εξέδιδες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέδιδε |
| εμείς | εκδίδαμε |
| εσείς | εκδίδατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέδιδαν |
Αόριστος
| εγώ | εξέδωσα |
| εσύ | εξέδωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εξέδωσε |
| εμείς | εκδώσαμε |
| εσείς | εκδώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εξέδωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκδώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκδώσω |
| εσύ | εκδώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδώσει |
| εμείς | εκδώσουμε |
| εσείς | εκδώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | έκδιδε |
| εσείς | εκδίδετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | έκδωσε |
| εσείς | εκδώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκδώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκδίδομαι |
| εσύ | εκδίδεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδίδεται |
| εμείς | εκδιδόμαστε |
| εσείς | εκδίδεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδίδονται |
Παρατατικός
| εγώ | εκδιδόμουν |
| εσύ | εκδιδόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδιδόταν |
| εμείς | εκδιδόμασταν |
| εσείς | εκδιδόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδίδονταν |
Αόριστος
| εγώ | εκδόθηκα |
| εσύ | εκδόθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδόθηκε |
| εμείς | εκδοθήκαμε |
| εσείς | εκδοθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδόθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκδοθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκδοθώ |
| εσύ | εκδοθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκδοθεί |
| εμείς | εκδοθούμε |
| εσείς | εκδοθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκδοθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκδίδεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκδώσου |
| εσείς | εκδοθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκδοθεί |