Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εισρέω |
| εσύ | εισρέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισρέει |
| εμείς | εισρέουμε |
| εσείς | εισρέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισρέουν |
Παρατατικός
| εγώ | εισέρρεα |
| εσύ | εισέρρεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισέρρεε |
| εμείς | εισρέαμε |
| εσείς | εισρέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισέρρεαν |
Αόριστος
| εγώ | εισέρρευσα |
| εσύ | εισέρρευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισέρρευσε |
| εμείς | εισρεύσαμε |
| εσείς | εισρεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισέρρευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εισρεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εισρεύσω |
| εσύ | εισρεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισρεύσει |
| εμείς | εισρεύσουμε |
| εσείς | εισρεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισρεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εισρέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | είσρευσε |
| εσείς | εισρεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εισρεύσει |