HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εισρέω — definition

Conjugation of εισρέω

Regular CEFR B1
izˈre.o

χύνομαι μέσα σε κάτι, ρέω προς τα μέσα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εισρέω
εσύ εισρέεις
αυτός / αυτή / αυτό εισρέει
εμείς εισρέουμε
εσείς εισρέετε
αυτοί / αυτές / αυτά εισρέουν
Παρατατικός
εγώ εισέρρεα
εσύ εισέρρεες
αυτός / αυτή / αυτό εισέρρεε
εμείς εισρέαμε
εσείς εισρέατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισέρρεαν
Αόριστος
εγώ εισέρρευσα
εσύ εισέρρευσες
αυτός / αυτή / αυτό εισέρρευσε
εμείς εισρεύσαμε
εσείς εισρεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισέρρευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εισρεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εισρεύσω
εσύ εισρεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό εισρεύσει
εμείς εισρεύσουμε
εσείς εισρεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εισρεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εισρέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ είσρευσε
εσείς εισρεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
εισρεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary