HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εισπνέω — definition

Conjugation of εισπνέω

Regular CEFR B1
isˈpne.o

εισάγω ένα αέριο στους πνεύμονες από τη μύτη ή το στόμα με μια κίνηση του διαφράγματος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εισπνέω
εσύ εισπνέεις
αυτός / αυτή / αυτό εισπνέει
εμείς εισπνέουμε
εσείς εισπνέετε
αυτοί / αυτές / αυτά εισπνέουν
Παρατατικός
εγώ εισέπνεα
εσύ εισέπνεες
αυτός / αυτή / αυτό εισέπνεε
εμείς εισπνέαμε
εσείς εισπνέατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισέπνεαν
Αόριστος
εγώ εισέπνευσα
εσύ εισέπνευσες
αυτός / αυτή / αυτό εισέπνευσε
εμείς εισπνεύσαμε
εσείς εισπνεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισέπνευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εισπνεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εισπνεύσω
εσύ εισπνεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό εισπνεύσει
εμείς εισπνεύσουμε
εσείς εισπνεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εισπνεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εισπνέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ είσπνευσε
εσείς εισπνεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
εισπνεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εισπνέομαι
εσύ εισπνέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εισπνέεται
εμείς εισπνεόμαστε
εσείς εισπνέεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εισπνέονται
Παρατατικός
εγώ εισπνεόμουν
εσύ εισπνεόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εισπνεόταν
εμείς εισπνεόμασταν
εσείς εισπνεόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εισπνέονταν
Αόριστος
εγώ εισπνεύστηκα
εσύ εισπνεύστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εισπνεύστηκε
εμείς εισπνευστήκαμε
εσείς εισπνευστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισπνεύστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εισπνευστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εισπνευστώ
εσύ εισπνευστείς
αυτός / αυτή / αυτό εισπνευστεί
εμείς εισπνευστούμε
εσείς εισπνευστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εισπνευστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εισπνέεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εισπνεύσου
εσείς εισπνευστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εισπνευστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary