Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εισπλέω |
| εσύ | εισπλέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισπλέει |
| εμείς | εισπλέουμε |
| εσείς | εισπλέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισπλέουν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | εισέπλεα |
| εσύ | εισέπλεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισέπλεε |
| εμείς | εισπλέαμε |
| εσείς | εισπλέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισέπλεαν |
Αόριστος
| εγώ | εισέπλευσα |
| εσύ | εισέπλευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισέπλευσε |
| εμείς | εισπλεύσαμε |
| εσείς | εισπλεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισέπλευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εισπλεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εισπλεύσω |
| εσύ | εισπλεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισπλεύσει |
| εμείς | εισπλεύσουμε |
| εσείς | εισπλεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισπλεύσουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εισπλέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | είσπλευσε |
| εσείς | εισπλεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εισπλεύσει |