HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εισπλέω — definition

Conjugation of εισπλέω

Regular CEFR B1
iˈsple.o

εισέρχομαι σε λιμάνι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εισπλέω
εσύ εισπλέεις
αυτός / αυτή / αυτό εισπλέει
εμείς εισπλέουμε
εσείς εισπλέετε
αυτοί / αυτές / αυτά εισπλέουν[ε]
Παρατατικός
εγώ εισέπλεα
εσύ εισέπλεες
αυτός / αυτή / αυτό εισέπλεε
εμείς εισπλέαμε
εσείς εισπλέατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισέπλεαν
Αόριστος
εγώ εισέπλευσα
εσύ εισέπλευσες
αυτός / αυτή / αυτό εισέπλευσε
εμείς εισπλεύσαμε
εσείς εισπλεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισέπλευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εισπλεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εισπλεύσω
εσύ εισπλεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό εισπλεύσει
εμείς εισπλεύσουμε
εσείς εισπλεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εισπλεύσουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εισπλέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ είσπλευσε
εσείς εισπλεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
εισπλεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary