HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εισβάλλω — definition

Conjugation of εισβάλλω

Regular CEFR C2
izˈva.lo

καθιερώνομαι σε νοητό χώρο, ανατρέποντας ή μεταβάλλοντας την κατάσταση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εισβάλλω
εσύ εισβάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό εισβάλλει
εμείς εισβάλλουμε
εσείς εισβάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά εισβάλλουν
Παρατατικός
εγώ εισέβαλλα
εσύ εισέβαλλες
αυτός / αυτή / αυτό εισέβαλλε
εμείς εισβάλλαμε
εσείς εισβάλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισέβαλλαν
Αόριστος
εγώ εισέβαλα
εσύ εισέβαλες
αυτός / αυτή / αυτό εισέβαλε
εμείς εισβάλαμε
εσείς εισβάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισέβαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εισβάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εισβάλω
εσύ εισβάλεις
αυτός / αυτή / αυτό εισβάλει
εμείς εισβάλουμε
εσείς εισβάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά εισβάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εισβάλλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς εισβάλετε
Απαρέμφατο αορίστου
εισβάλει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary