HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εισακούω — definition

Conjugation of εισακούω

Regular CEFR B2
isaˈkuo

ακούω ευνοϊκά κάποιον ή κάτι (πχ παράκληση, συμβουλή) και το αποδέχομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εισακούω
εσύ εισακούεις
αυτός / αυτή / αυτό εισακούει
εμείς εισακούουμε
εσείς εισακούετε
αυτοί / αυτές / αυτά εισακούουν
Παρατατικός
εγώ εισάκουα
εσύ εισάκουες
αυτός / αυτή / αυτό εισάκουε
εμείς εισακούαμε
εσείς εισακούατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισάκουαν
Αόριστος
εγώ εισάκουσα
εσύ εισάκουσες
αυτός / αυτή / αυτό εισάκουσε
εμείς εισακούσαμε
εσείς εισακούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισάκουσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εισακούσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εισακούσω
εσύ εισακούσεις
αυτός / αυτή / αυτό εισακούσει
εμείς εισακούσουμε
εσείς εισακούσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εισακούσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εισάκουε
εσείς εισακούετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εισάκουσε
εσείς εισακούστε
Απαρέμφατο αορίστου
εισακούσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εισακούομαι
εσύ εισακούεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εισακούεται
εμείς εισακουόμαστε
εσείς εισακούεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εισακούονται
Παρατατικός
εγώ εισακουόμουν
εσύ εισακουόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εισακουόταν
εμείς εισακουόμασταν
εσείς εισακουόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εισακούονταν
Αόριστος
εγώ εισακούστηκα
εσύ εισακούστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εισακούστηκε
εμείς εισακουστήκαμε
εσείς εισακουστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισακούστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εισακουστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εισακουστώ
εσύ εισακουστείς
αυτός / αυτή / αυτό εισακουστεί
εμείς εισακουστούμε
εσείς εισακουστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εισακουστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εισακούεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εισακούσου
εσείς εισακουστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εισακουστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary