Conjugation of εισακούω
isaˈkuoακούω ευνοϊκά κάποιον ή κάτι (πχ παράκληση, συμβουλή) και το αποδέχομαι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εισακούω |
| εσύ | εισακούεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισακούει |
| εμείς | εισακούουμε |
| εσείς | εισακούετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισακούουν |
Παρατατικός
| εγώ | εισάκουα |
| εσύ | εισάκουες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισάκουε |
| εμείς | εισακούαμε |
| εσείς | εισακούατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισάκουαν |
Αόριστος
| εγώ | εισάκουσα |
| εσύ | εισάκουσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισάκουσε |
| εμείς | εισακούσαμε |
| εσείς | εισακούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισάκουσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εισακούσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εισακούσω |
| εσύ | εισακούσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισακούσει |
| εμείς | εισακούσουμε |
| εσείς | εισακούσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισακούσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εισάκουε |
| εσείς | εισακούετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εισάκουσε |
| εσείς | εισακούστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εισακούσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εισακούομαι |
| εσύ | εισακούεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισακούεται |
| εμείς | εισακουόμαστε |
| εσείς | εισακούεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισακούονται |
Παρατατικός
| εγώ | εισακουόμουν |
| εσύ | εισακουόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισακουόταν |
| εμείς | εισακουόμασταν |
| εσείς | εισακουόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισακούονταν |
Αόριστος
| εγώ | εισακούστηκα |
| εσύ | εισακούστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισακούστηκε |
| εμείς | εισακουστήκαμε |
| εσείς | εισακουστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισακούστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εισακουστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εισακουστώ |
| εσύ | εισακουστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισακουστεί |
| εμείς | εισακουστούμε |
| εσείς | εισακουστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισακουστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εισακούεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εισακούσου |
| εσείς | εισακουστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εισακουστεί |