Conjugation of εισάγω
iˈsa.ɣoβοηθώ κάποιον να κατακτήσει τις θεμελιώδεις γνώσεις σε έναν τομέα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εισάγω |
| εσύ | εισάγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισάγει |
| εμείς | εισάγουμε |
| εσείς | εισάγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισάγουν |
Παρατατικός
| εγώ | εισήγα |
| εσύ | εισήγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισήγε |
| εμείς | εισάγαμε |
| εσείς | εισάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισάγαν |
Αόριστος
| εγώ | εισήγαγα |
| εσύ | εισήγαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισήγαγε |
| εμείς | εισαγάγαμε |
| εσείς | εισαγάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισήγαγαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εισαγάγω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εισαγάγω |
| εσύ | εισαγάγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισαγάγει |
| εμείς | εισαγάγουμε |
| εσείς | εισαγάγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισαγάγουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εισάγετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | εισαγάγετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εισαγάγει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εισάγομαι |
| εσύ | εισάγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισάγεται |
| εμείς | εισαγόμαστε |
| εσείς | εισάγεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισάγονται |
Παρατατικός
| εγώ | εισαγόμουν |
| εσύ | εισαγόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισαγόταν |
| εμείς | εισαγόμασταν |
| εσείς | εισαγόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισάγονταν |
Αόριστος
| εγώ | εισάχθηκα |
| εσύ | εισάχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισάχθηκε |
| εμείς | εισαχθήκαμε |
| εσείς | εισαχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισάχθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εισαχθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εισαχθώ |
| εσύ | εισαχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εισαχθεί |
| εμείς | εισαχθούμε |
| εσείς | εισαχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εισαχθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εισάγεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | εισαχθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εισαχθεί |