HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εισάγω — definition

Conjugation of εισάγω

Regular CEFR C2
iˈsa.ɣo

βοηθώ κάποιον να κατακτήσει τις θεμελιώδεις γνώσεις σε έναν τομέα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εισάγω
εσύ εισάγεις
αυτός / αυτή / αυτό εισάγει
εμείς εισάγουμε
εσείς εισάγετε
αυτοί / αυτές / αυτά εισάγουν
Παρατατικός
εγώ εισήγα
εσύ εισήγες
αυτός / αυτή / αυτό εισήγε
εμείς εισάγαμε
εσείς εισάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισάγαν
Αόριστος
εγώ εισήγαγα
εσύ εισήγαγες
αυτός / αυτή / αυτό εισήγαγε
εμείς εισαγάγαμε
εσείς εισαγάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισήγαγαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εισαγάγω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εισαγάγω
εσύ εισαγάγεις
αυτός / αυτή / αυτό εισαγάγει
εμείς εισαγάγουμε
εσείς εισαγάγετε
αυτοί / αυτές / αυτά εισαγάγουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εισάγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς εισαγάγετε
Απαρέμφατο αορίστου
εισαγάγει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εισάγομαι
εσύ εισάγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εισάγεται
εμείς εισαγόμαστε
εσείς εισάγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εισάγονται
Παρατατικός
εγώ εισαγόμουν
εσύ εισαγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εισαγόταν
εμείς εισαγόμασταν
εσείς εισαγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εισάγονταν
Αόριστος
εγώ εισάχθηκα
εσύ εισάχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εισάχθηκε
εμείς εισαχθήκαμε
εσείς εισαχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εισάχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εισαχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εισαχθώ
εσύ εισαχθείς
αυτός / αυτή / αυτό εισαχθεί
εμείς εισαχθούμε
εσείς εισαχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εισαχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εισάγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς εισαχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εισαχθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary