HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εικάζω — definition

Conjugation of εικάζω

Regular CEFR C2
iˈka.zo

υποθέτω και συμπεραίνω κάτι χωρίς βεβαιότητα με βάση ελλιπή στοιχεία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εικάζω
εσύ εικάζεις
αυτός / αυτή / αυτό εικάζει
εμείς εικάζουμε
εσείς εικάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εικάζουν
Παρατατικός
εγώ είκαζα
εσύ είκαζες
αυτός / αυτή / αυτό είκαζε
εμείς εικάζαμε
εσείς εικάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά είκαζαν
Αόριστος
εγώ είκασα
εσύ είκασες
αυτός / αυτή / αυτό είκασε
εμείς εικάσαμε
εσείς εικάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά είκασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εικάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εικάσω
εσύ εικάσεις
αυτός / αυτή / αυτό εικάσει
εμείς εικάσουμε
εσείς εικάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εικάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ είκαζε
εσείς εικάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ είκασε
εσείς εικάστε
Απαρέμφατο αορίστου
εικάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary