Conjugation of εικάζω
iˈka.zoυποθέτω και συμπεραίνω κάτι χωρίς βεβαιότητα με βάση ελλιπή στοιχεία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εικάζω |
| εσύ | εικάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εικάζει |
| εμείς | εικάζουμε |
| εσείς | εικάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εικάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | είκαζα |
| εσύ | είκαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | είκαζε |
| εμείς | εικάζαμε |
| εσείς | εικάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | είκαζαν |
Αόριστος
| εγώ | είκασα |
| εσύ | είκασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | είκασε |
| εμείς | εικάσαμε |
| εσείς | εικάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | είκασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εικάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εικάσω |
| εσύ | εικάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εικάσει |
| εμείς | εικάσουμε |
| εσείς | εικάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εικάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | είκαζε |
| εσείς | εικάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | είκασε |
| εσείς | εικάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εικάσει |