HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ειδοποιώ — definition

Conjugation of ειδοποιώ

Regular CEFR B2
i.ðo.piˈo

διαβιβάζω άμεσα μια χρήσιμη πληροφορία σε κάποιο άτομο, ώστε να ενεργήσει ανάλογα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ειδοποιώ
εσύ ειδοποιείς
αυτός / αυτή / αυτό ειδοποιεί
εμείς ειδοποιούμε
εσείς ειδοποιείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδοποιούν
Παρατατικός
εγώ ειδοποιούσα
εσύ ειδοποιούσες
αυτός / αυτή / αυτό ειδοποιούσε
εμείς ειδοποιούσαμε
εσείς ειδοποιούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδοποιούσαν
Αόριστος
εγώ ειδοποίησα
εσύ ειδοποίησες
αυτός / αυτή / αυτό ειδοποίησε
εμείς ειδοποιήσαμε
εσείς ειδοποιήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδοποίησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ειδοποιήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ειδοποιήσω
εσύ ειδοποιήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ειδοποιήσει
εμείς ειδοποιήσουμε
εσείς ειδοποιήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδοποιήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ειδοποιείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ειδοποίησε
εσείς ειδοποιήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ειδοποιήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ειδοποιούμαι
εσύ ειδοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ειδοποιείται
εμείς ειδοποιούμαστε
εσείς ειδοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδοποιούνται
Παρατατικός
εγώ ειδοποιούμουν
εσύ ειδοποιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ειδοποιούνταν
εμείς ειδοποιούμασταν
εσείς [ειδοποιούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ειδοποιούνταν
Αόριστος
εγώ ειδοποιήθηκα
εσύ ειδοποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ειδοποιήθηκε
εμείς ειδοποιηθήκαμε
εσείς ειδοποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδοποιήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ειδοποιηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ειδοποιηθώ
εσύ ειδοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ειδοποιηθεί
εμείς ειδοποιηθούμε
εσείς ειδοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδοποιηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ειδοποιείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ειδοποιήσου
εσείς ειδοποιηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ειδοποιηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary