Conjugation of ειδοποιώ
i.ðo.piˈoδιαβιβάζω άμεσα μια χρήσιμη πληροφορία σε κάποιο άτομο, ώστε να ενεργήσει ανάλογα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ειδοποιώ |
| εσύ | ειδοποιείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδοποιεί |
| εμείς | ειδοποιούμε |
| εσείς | ειδοποιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδοποιούν |
Παρατατικός
| εγώ | ειδοποιούσα |
| εσύ | ειδοποιούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδοποιούσε |
| εμείς | ειδοποιούσαμε |
| εσείς | ειδοποιούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδοποιούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ειδοποίησα |
| εσύ | ειδοποίησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδοποίησε |
| εμείς | ειδοποιήσαμε |
| εσείς | ειδοποιήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδοποίησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ειδοποιήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ειδοποιήσω |
| εσύ | ειδοποιήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδοποιήσει |
| εμείς | ειδοποιήσουμε |
| εσείς | ειδοποιήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδοποιήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ειδοποιείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ειδοποίησε |
| εσείς | ειδοποιήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ειδοποιήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ειδοποιούμαι |
| εσύ | ειδοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδοποιείται |
| εμείς | ειδοποιούμαστε |
| εσείς | ειδοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδοποιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | ειδοποιούμουν |
| εσύ | ειδοποιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδοποιούνταν |
| εμείς | ειδοποιούμασταν |
| εσείς | [ειδοποιούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδοποιούνταν |
Αόριστος
| εγώ | ειδοποιήθηκα |
| εσύ | ειδοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδοποιήθηκε |
| εμείς | ειδοποιηθήκαμε |
| εσείς | ειδοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδοποιήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ειδοποιηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ειδοποιηθώ |
| εσύ | ειδοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδοποιηθεί |
| εμείς | ειδοποιηθούμε |
| εσείς | ειδοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδοποιηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ειδοποιείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ειδοποιήσου |
| εσείς | ειδοποιηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ειδοποιηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.