HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ειδικεύω — definition

Conjugation of ειδικεύω

Regular CEFR B2
i.ðiˈce.vo

κάνω κάποιον ειδικό σε έναν τομέα (όπως, επιστημονικό, επαγγελματικό) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ειδικεύω
εσύ ειδικεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ειδικεύει
εμείς ειδικεύουμε
εσείς ειδικεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδικεύουν
Παρατατικός
εγώ ειδίκευα
εσύ ειδίκευες
αυτός / αυτή / αυτό ειδίκευε
εμείς ειδικεύαμε
εσείς ειδικεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδίκευαν
Αόριστος
εγώ ειδίκευσα
εσύ ειδίκευσες
αυτός / αυτή / αυτό ειδίκευσε
εμείς ειδικεύσαμε
εσείς ειδικεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδίκευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ειδικεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ειδικεύσω
εσύ ειδικεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ειδικεύσει
εμείς ειδικεύσουμε
εσείς ειδικεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδικεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ειδίκευε
εσείς ειδικεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ειδίκευσε
εσείς ειδικεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ειδικεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ειδικεύομαι
εσύ ειδικεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ειδικεύεται
εμείς ειδικευόμαστε
εσείς ειδικεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδικεύονται
Παρατατικός
εγώ ειδικευόμουν
εσύ ειδικευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ειδικευόταν
εμείς ειδικευόμασταν
εσείς ειδικευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ειδικεύονταν
Αόριστος
εγώ ειδικεύτηκα
εσύ ειδικεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ειδικεύτηκε
εμείς ειδικευτήκαμε
εσείς ειδικευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδικεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ειδικευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ειδικευτώ
εσύ ειδικευτείς
αυτός / αυτή / αυτό ειδικευτεί
εμείς ειδικευτούμε
εσείς ειδικευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ειδικευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ειδικεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ειδικεύσου
εσείς ειδικευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ειδικευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary