Conjugation of ειδικεύω
i.ðiˈce.voκάνω κάποιον ειδικό σε έναν τομέα (όπως, επιστημονικό, επαγγελματικό) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ειδικεύω |
| εσύ | ειδικεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδικεύει |
| εμείς | ειδικεύουμε |
| εσείς | ειδικεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδικεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | ειδίκευα |
| εσύ | ειδίκευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδίκευε |
| εμείς | ειδικεύαμε |
| εσείς | ειδικεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδίκευαν |
Αόριστος
| εγώ | ειδίκευσα |
| εσύ | ειδίκευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδίκευσε |
| εμείς | ειδικεύσαμε |
| εσείς | ειδικεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδίκευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ειδικεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ειδικεύσω |
| εσύ | ειδικεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδικεύσει |
| εμείς | ειδικεύσουμε |
| εσείς | ειδικεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδικεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ειδίκευε |
| εσείς | ειδικεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ειδίκευσε |
| εσείς | ειδικεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ειδικεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ειδικεύομαι |
| εσύ | ειδικεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδικεύεται |
| εμείς | ειδικευόμαστε |
| εσείς | ειδικεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδικεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | ειδικευόμουν |
| εσύ | ειδικευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδικευόταν |
| εμείς | ειδικευόμασταν |
| εσείς | ειδικευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδικεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | ειδικεύτηκα |
| εσύ | ειδικεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδικεύτηκε |
| εμείς | ειδικευτήκαμε |
| εσείς | ειδικευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδικεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ειδικευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ειδικευτώ |
| εσύ | ειδικευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ειδικευτεί |
| εμείς | ειδικευτούμε |
| εσείς | ειδικευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ειδικευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ειδικεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ειδικεύσου |
| εσείς | ειδικευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ειδικευτεί |