HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εθίζω — definition

Conjugation of εθίζω

Regular CEFR B1

κάνω κάποιον να συνηθίσει κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εθίζω
εσύ εθίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εθίζει
εμείς εθίζουμε
εσείς εθίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εθίζουν
Παρατατικός
εγώ έθιζα
εσύ έθιζες
αυτός / αυτή / αυτό έθιζε
εμείς εθίζαμε
εσείς εθίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθιζαν
Αόριστος
εγώ έθισα
εσύ έθισες
αυτός / αυτή / αυτό έθισε
εμείς εθίσαμε
εσείς εθίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εθίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εθίσω
εσύ εθίσεις
αυτός / αυτή / αυτό εθίσει
εμείς εθίσουμε
εσείς εθίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εθίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ έθιζε
εσείς εθίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έθισε
εσείς εθίστε
Απαρέμφατο αορίστου
εθίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εθίζομαι
εσύ εθίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εθίζεται
εμείς εθιζόμαστε
εσείς εθίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εθίζονται
Παρατατικός
εγώ εθιζόμουν
εσύ εθιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εθιζόταν
εμείς εθιζόμασταν
εσείς εθιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εθίζονταν
Αόριστος
εγώ εθίστηκα
εσύ εθίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εθίστηκε
εμείς εθιστήκαμε
εσείς εθιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εθίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εθιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εθιστώ
εσύ εθιστείς
αυτός / αυτή / αυτό εθιστεί
εμείς εθιστούμε
εσείς εθιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εθιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εθίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εθίσου
εσείς εθιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εθιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary