Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εγχέω |
| εσύ | εγχέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγχέει |
| εμείς | εγχέουμε |
| εσείς | εγχέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγχέουν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | ενέχεα |
| εσύ | ενέχεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέχεε |
| εμείς | εγχέαμε |
| εσείς | εγχέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέχεαν |
Αόριστος
| εγώ | ενέχυσα |
| εσύ | ενέχυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέχυσε |
| εμείς | εγχύσαμε |
| εσείς | εγχύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέχυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εγχύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εγχύσω |
| εσύ | εγχύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγχύσει |
| εμείς | εγχύσουμε |
| εσείς | εγχύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγχύσουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | έγχεε |
| εσείς | εγχέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | έγχυσε |
| εσείς | εγχύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εγχύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εγχέομαι |
| εσύ | εγχέεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγχέεται |
| εμείς | εγχεόμαστε |
| εσείς | εγχέεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγχέονται |
Παρατατικός
| εγώ | εγχεόμουν[α] |
| εσύ | εγχεόσουν[α] |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγχεόταν[ε] |
| εμείς | εγχεόμασταν |
| εσείς | εγχεόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγχέονταν |
Αόριστος
| εγώ | εγχύθηκα |
| εσύ | εγχύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγχύθηκε |
| εμείς | εγχυθήκαμε |
| εσείς | εγχυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγχύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εγχυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εγχυθώ |
| εσύ | εγχυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγχυθεί |
| εμείς | εγχυθούμε |
| εσείς | εγχυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγχυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εγχέεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εγχύσου |
| εσείς | εγχυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εγχυθεί |