HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εγχέω — definition

Conjugation of εγχέω

Regular CEFR B1
eŋˈçe.o

χύνω (μέσα σε κάτι) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγχέω
εσύ εγχέεις
αυτός / αυτή / αυτό εγχέει
εμείς εγχέουμε
εσείς εγχέετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγχέουν[ε]
Παρατατικός
εγώ ενέχεα
εσύ ενέχεες
αυτός / αυτή / αυτό ενέχεε
εμείς εγχέαμε
εσείς εγχέατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέχεαν
Αόριστος
εγώ ενέχυσα
εσύ ενέχυσες
αυτός / αυτή / αυτό ενέχυσε
εμείς εγχύσαμε
εσείς εγχύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέχυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγχύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγχύσω
εσύ εγχύσεις
αυτός / αυτή / αυτό εγχύσει
εμείς εγχύσουμε
εσείς εγχύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγχύσουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ έγχεε
εσείς εγχέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έγχυσε
εσείς εγχύστε
Απαρέμφατο αορίστου
εγχύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγχέομαι
εσύ εγχέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εγχέεται
εμείς εγχεόμαστε
εσείς εγχέεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εγχέονται
Παρατατικός
εγώ εγχεόμουν[α]
εσύ εγχεόσουν[α]
αυτός / αυτή / αυτό εγχεόταν[ε]
εμείς εγχεόμασταν
εσείς εγχεόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εγχέονταν
Αόριστος
εγώ εγχύθηκα
εσύ εγχύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εγχύθηκε
εμείς εγχυθήκαμε
εσείς εγχυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εγχύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγχυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγχυθώ
εσύ εγχυθείς
αυτός / αυτή / αυτό εγχυθεί
εμείς εγχυθούμε
εσείς εγχυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εγχυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εγχέεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εγχύσου
εσείς εγχυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εγχυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary