Conjugation of εγκρίνω
eŋˈɡɾi.noδηλώνω επίσημα ή ανεπίσημα, προφορικά ή γραπτά, ότι αποδέχομαι και συμφωνώ με τις ενέργειες κάποιου που βρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία μου και αυτή μου η δήλωση μπορεί να έχει νομικά ή ηθικά αποτελέσματ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εγκρίνω |
| εσύ | εγκρίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκρίνει |
| εμείς | εγκρίνουμε |
| εσείς | εγκρίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκρίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ενέκρινα |
| εσύ | ενέκρινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέκρινε |
| εμείς | εγκρίναμε |
| εσείς | εγκρίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέκριναν |
Αόριστος
| εγώ | ενέκρινα |
| εσύ | ενέκρινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέκρινε |
| εμείς | εγκρίναμε |
| εσείς | εγκρίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέκριναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εγκρίνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εγκρίνω |
| εσύ | εγκρίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκρίνει |
| εμείς | εγκρίνουμε |
| εσείς | εγκρίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκρίνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εγκρίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | εγκρίνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εγκρίνει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εγκρίνομαι |
| εσύ | εγκρίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκρίνεται |
| εμείς | εγκρινόμαστε |
| εσείς | εγκρίνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκρίνονται |
Παρατατικός
| εγώ | εγκρινόμουν |
| εσύ | εγκρινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκρινόταν |
| εμείς | εγκρινόμασταν |
| εσείς | εγκρινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκρίνονταν |
Αόριστος
| εγώ | εγκρίθηκα |
| εσύ | εγκρίθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκρίθηκε |
| εμείς | εγκριθήκαμε |
| εσείς | εγκριθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκρίθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εγκριθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εγκριθώ |
| εσύ | εγκριθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκριθεί |
| εμείς | εγκριθούμε |
| εσείς | εγκριθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκριθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εγκρίνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εγκρίνου |
| εσείς | εγκριθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εγκριθεί |