HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εγκρίνω — definition

Conjugation of εγκρίνω

Regular CEFR C2
eŋˈɡɾi.no

δηλώνω επίσημα ή ανεπίσημα, προφορικά ή γραπτά, ότι αποδέχομαι και συμφωνώ με τις ενέργειες κάποιου που βρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία μου και αυτή μου η δήλωση μπορεί να έχει νομικά ή ηθικά αποτελέσματ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγκρίνω
εσύ εγκρίνεις
αυτός / αυτή / αυτό εγκρίνει
εμείς εγκρίνουμε
εσείς εγκρίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκρίνουν
Παρατατικός
εγώ ενέκρινα
εσύ ενέκρινες
αυτός / αυτή / αυτό ενέκρινε
εμείς εγκρίναμε
εσείς εγκρίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέκριναν
Αόριστος
εγώ ενέκρινα
εσύ ενέκρινες
αυτός / αυτή / αυτό ενέκρινε
εμείς εγκρίναμε
εσείς εγκρίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέκριναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγκρίνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγκρίνω
εσύ εγκρίνεις
αυτός / αυτή / αυτό εγκρίνει
εμείς εγκρίνουμε
εσείς εγκρίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκρίνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εγκρίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς εγκρίνετε
Απαρέμφατο αορίστου
εγκρίνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγκρίνομαι
εσύ εγκρίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εγκρίνεται
εμείς εγκρινόμαστε
εσείς εγκρίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκρίνονται
Παρατατικός
εγώ εγκρινόμουν
εσύ εγκρινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εγκρινόταν
εμείς εγκρινόμασταν
εσείς εγκρινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εγκρίνονταν
Αόριστος
εγώ εγκρίθηκα
εσύ εγκρίθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εγκρίθηκε
εμείς εγκριθήκαμε
εσείς εγκριθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκρίθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγκριθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγκριθώ
εσύ εγκριθείς
αυτός / αυτή / αυτό εγκριθεί
εμείς εγκριθούμε
εσείς εγκριθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκριθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εγκρίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εγκρίνου
εσείς εγκριθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εγκριθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary