HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εγκλωβίζω — definition

Conjugation of εγκλωβίζω

Regular CEFR B2
eŋ.ɡloˈvi.zo

οδηγώ και κλείνω κάποιον σε ένα κλουβί ή γενικότερα σε έναν πολύ στενό χώρο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγκλωβίζω
εσύ εγκλωβίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εγκλωβίζει
εμείς εγκλωβίζουμε
εσείς εγκλωβίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλωβίζουν
Παρατατικός
εγώ εγκλώβιζα
εσύ εγκλώβιζες
αυτός / αυτή / αυτό εγκλώβιζε
εμείς εγκλωβίζαμε
εσείς εγκλωβίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλώβιζαν
Αόριστος
εγώ εγκλώβισα
εσύ εγκλώβισες
αυτός / αυτή / αυτό εγκλώβισε
εμείς εγκλωβίσαμε
εσείς εγκλωβίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλώβισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγκλωβίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγκλωβίσω
εσύ εγκλωβίσεις
αυτός / αυτή / αυτό εγκλωβίσει
εμείς εγκλωβίσουμε
εσείς εγκλωβίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλωβίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εγκλώβιζε
εσείς εγκλωβίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εγκλώβισε
εσείς εγκλωβίστε
Απαρέμφατο αορίστου
εγκλωβίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγκλωβίζομαι
εσύ εγκλωβίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εγκλωβίζεται
εμείς εγκλωβιζόμαστε
εσείς εγκλωβίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλωβίζονται
Παρατατικός
εγώ εγκλωβιζόμουν
εσύ εγκλωβιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εγκλωβιζόταν
εμείς εγκλωβιζόμασταν
εσείς εγκλωβιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλωβίζονταν
Αόριστος
εγώ εγκλωβίστηκα
εσύ εγκλωβίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εγκλωβίστηκε
εμείς εγκλωβιστήκαμε
εσείς εγκλωβιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλωβίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγκλωβιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγκλωβιστώ
εσύ εγκλωβιστείς
αυτός / αυτή / αυτό εγκλωβιστεί
εμείς εγκλωβιστούμε
εσείς εγκλωβιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλωβιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εγκλωβίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εγκλωβίσου
εσείς εγκλωβιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εγκλωβιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary