Conjugation of εγκλωβίζω
eŋ.ɡloˈvi.zoοδηγώ και κλείνω κάποιον σε ένα κλουβί ή γενικότερα σε έναν πολύ στενό χώρο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εγκλωβίζω |
| εσύ | εγκλωβίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκλωβίζει |
| εμείς | εγκλωβίζουμε |
| εσείς | εγκλωβίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκλωβίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | εγκλώβιζα |
| εσύ | εγκλώβιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκλώβιζε |
| εμείς | εγκλωβίζαμε |
| εσείς | εγκλωβίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκλώβιζαν |
Αόριστος
| εγώ | εγκλώβισα |
| εσύ | εγκλώβισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκλώβισε |
| εμείς | εγκλωβίσαμε |
| εσείς | εγκλωβίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκλώβισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εγκλωβίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εγκλωβίσω |
| εσύ | εγκλωβίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκλωβίσει |
| εμείς | εγκλωβίσουμε |
| εσείς | εγκλωβίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκλωβίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εγκλώβιζε |
| εσείς | εγκλωβίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εγκλώβισε |
| εσείς | εγκλωβίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εγκλωβίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εγκλωβίζομαι |
| εσύ | εγκλωβίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκλωβίζεται |
| εμείς | εγκλωβιζόμαστε |
| εσείς | εγκλωβίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκλωβίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | εγκλωβιζόμουν |
| εσύ | εγκλωβιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκλωβιζόταν |
| εμείς | εγκλωβιζόμασταν |
| εσείς | εγκλωβιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκλωβίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | εγκλωβίστηκα |
| εσύ | εγκλωβίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκλωβίστηκε |
| εμείς | εγκλωβιστήκαμε |
| εσείς | εγκλωβιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκλωβίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εγκλωβιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εγκλωβιστώ |
| εσύ | εγκλωβιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκλωβιστεί |
| εμείς | εγκλωβιστούμε |
| εσείς | εγκλωβιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκλωβιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εγκλωβίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εγκλωβίσου |
| εσείς | εγκλωβιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εγκλωβιστεί |