HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εγκλείω — definition

Conjugation of εγκλείω

Regular CEFR B1
eŋˈɡlio

κλείνω, περιορίζω, φυλακίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγκλείω
εσύ εγκλείεις
αυτός / αυτή / αυτό εγκλείει
εμείς εγκλείουμε
εσείς εγκλείετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλείουν
Παρατατικός
εγώ ενέκλεια
εσύ ενέκλειες
αυτός / αυτή / αυτό ενέκλειε
εμείς εγκλείαμε
εσείς εγκλείατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέκλειαν
Αόριστος
εγώ ενέκλεισα
εσύ ενέκλεισες
αυτός / αυτή / αυτό ενέκλεισε
εμείς εγκλείσαμε
εσείς εγκλείσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέκλεισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγκλείσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγκλείσω
εσύ εγκλείσεις
αυτός / αυτή / αυτό εγκλείσει
εμείς εγκλείσουμε
εσείς εγκλείσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλείσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εγκλείετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς εγκλείστε
Απαρέμφατο αορίστου
εγκλείσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγκλείομαι
εσύ εγκλείεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εγκλείεται
εμείς εγκλειόμαστε
εσείς εγκλείεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλείονται
Παρατατικός
εγώ εγκλειόμουν
εσύ εγκλειόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εγκλειόταν
εμείς εγκλειόμασταν
εσείς εγκλειόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλείονταν
Αόριστος
εγώ εγκλείστηκα
εσύ εγκλείστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εγκλείστηκε
εμείς εγκλειστήκαμε
εσείς εγκλειστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλείστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγκλειστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγκλειστώ
εσύ εγκλειστείς
αυτός / αυτή / αυτό εγκλειστεί
εμείς εγκλειστούμε
εσείς εγκλειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκλειστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εγκλείεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εγκλείσου
εσείς εγκλειστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εγκλειστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary