Conjugation of εγκαθιστώ
eŋ.ɡa.θiˈstoαποθηκεύω όλα τα απαραίτητα εκτελέσιμα αρχεία και βιβλιοθήκες ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και εγγράφω όλες τις απαραίτητες ρυθμίσεις στο μητρώο ή στα αρχεία ρυθμίσεων του λειτουργικού συ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εγκαθιστώ |
| εσύ | εγκαθιστάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκαθιστά |
| εμείς | εγκαθιστούμε |
| εσείς | εγκαθιστάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκαθιστούν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | εγκαθιστούσα |
| εσύ | εγκαθιστούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκαθιστούσε |
| εμείς | εγκαθιστούσαμε |
| εσείς | εγκαθιστούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκαθιστούσαν[ε] |
Αόριστος
| εγώ | εγκατέστησα |
| εσύ | εγκατέστησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκατέστησε |
| εμείς | εγκαταστήσαμε |
| εσείς | εγκαταστήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκατέστησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εγκαταστήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εγκαταστήσω |
| εσύ | εγκαταστήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκαταστήσει |
| εμείς | εγκαταστήσουμε |
| εσείς | εγκαταστήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκαταστήσουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εγκαθιστάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εγκατάστησε |
| εσείς | εγκαταστήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εγκαταστήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εγκαθίσταμαι |
| εσύ | εγκαθίστασαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκαθίσταται |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκαθίστανται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκαθίστατο |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκαθίσταντο |
Αόριστος
| εγώ | εγκαταστάθηκα |
| εσύ | εγκαταστάθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκαταστάθηκε |
| εμείς | εγκατασταθήκαμε |
| εσείς | εγκατασταθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκαταστάθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εγκατασταθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εγκατασταθώ |
| εσύ | εγκατασταθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκατασταθεί |
| εμείς | εγκατασταθούμε |
| εσείς | εγκατασταθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκατασταθούν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εγκαθίστασθε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εγκαταστήσου |
| εσείς | εγκατασταθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εγκατασταθεί |