HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εγείρω — definition

Conjugation of εγείρω

Regular CEFR B1
eˈʝi.ɾo

προκαλώ, γεννώ σκέψη ή σκέψεις Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγείρω
εσύ εγείρεις
αυτός / αυτή / αυτό εγείρει
εμείς εγείρουμε
εσείς εγείρετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγείρουν
Παρατατικός
εγώ ήγειρα
εσύ ήγειρες
αυτός / αυτή / αυτό ήγειρε
εμείς εγείραμε
εσείς εγείρατε
αυτοί / αυτές / αυτά ήγειραν
Αόριστος
εγώ ήγειρα
εσύ ήγειρες
αυτός / αυτή / αυτό ήγειρε
εμείς εγείραμε
εσείς εγείρατε
αυτοί / αυτές / αυτά ήγειραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγείρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγείρω
εσύ εγείρεις
αυτός / αυτή / αυτό εγείρει
εμείς εγείρουμε
εσείς εγείρετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγείρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ –έγειρε
εσείς εγείρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ –έγειρε
εσείς εγείρετε
Απαρέμφατο αορίστου
εγείρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγείρομαι
εσύ εγείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εγείρεται
εμείς εγειρόμαστε
εσείς εγείρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εγείρονται
Παρατατικός
εγώ εγειρόμουν
εσύ εγειρόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εγειρόταν
εμείς εγειρόμασταν
εσείς εγειρόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εγείρονταν
Αόριστος
εγώ εγέρθηκα
εσύ εγέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εγέρθηκε
εμείς εγερθήκαμε
εσείς εγερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εγέρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγερθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγερθώ
εσύ εγερθείς
αυτός / αυτή / αυτό εγερθεί
εμείς εγερθούμε
εσείς εγερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εγερθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εγείρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εγέρσου
εσείς εγερθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εγερθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary