Conjugation of εγγράφω
eŋˈɣɾa.foγράφω (με επίσημο τρόπο) κάποιον ή κάτι σε μια κατάσταση, κατάλογο ή σε κάποιο (λογιστικό) βιβλίο / έγγραφο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εγγράφω |
| εσύ | εγγράφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγγράφει |
| εμείς | εγγράφουμε |
| εσείς | εγγράφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγγράφουν |
Παρατατικός
| εγώ | ενέγραφα |
| εσύ | ενέγραφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέγραφε |
| εμείς | εγγράφαμε |
| εσείς | εγγράφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέγραφαν |
Αόριστος
| εγώ | ενέγραψα |
| εσύ | ενέγραψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέγραψε |
| εμείς | εγγράψαμε |
| εσείς | εγγράψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέγραψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εγγράψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εγγράψω |
| εσύ | εγγράψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγγράψει |
| εμείς | εγγράψουμε |
| εσείς | εγγράψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγγράψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εγγράφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | εγγράψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εγγράψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εγγράφομαι |
| εσύ | εγγράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγγράφεται |
| εμείς | εγγραφόμαστε |
| εσείς | εγγράφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγγράφονται |
Παρατατικός
| εγώ | εγγραφόμουν |
| εσύ | εγγραφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγγραφόταν |
| εμείς | εγγραφόμασταν |
| εσείς | εγγραφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγγράφονταν |
Αόριστος
| εγώ | εγγράφηκα |
| εσύ | εγγράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγγράφηκε |
| εμείς | εγγραφήκαμε |
| εσείς | εγγραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγγράφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εγγραφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εγγραφώ |
| εσύ | εγγραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγγραφεί |
| εμείς | εγγραφούμε |
| εσείς | εγγραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγγραφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εγγράφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εγγράψου |
| εσείς | εγγραφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εγγραφεί |