HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εγγράφω — definition

Conjugation of εγγράφω

Regular CEFR B1
eŋˈɣɾa.fo

γράφω (με επίσημο τρόπο) κάποιον ή κάτι σε μια κατάσταση, κατάλογο ή σε κάποιο (λογιστικό) βιβλίο / έγγραφο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγγράφω
εσύ εγγράφεις
αυτός / αυτή / αυτό εγγράφει
εμείς εγγράφουμε
εσείς εγγράφετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγγράφουν
Παρατατικός
εγώ ενέγραφα
εσύ ενέγραφες
αυτός / αυτή / αυτό ενέγραφε
εμείς εγγράφαμε
εσείς εγγράφατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέγραφαν
Αόριστος
εγώ ενέγραψα
εσύ ενέγραψες
αυτός / αυτή / αυτό ενέγραψε
εμείς εγγράψαμε
εσείς εγγράψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέγραψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγγράψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγγράψω
εσύ εγγράψεις
αυτός / αυτή / αυτό εγγράψει
εμείς εγγράψουμε
εσείς εγγράψετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγγράψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εγγράφετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς εγγράψτε
Απαρέμφατο αορίστου
εγγράψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγγράφομαι
εσύ εγγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εγγράφεται
εμείς εγγραφόμαστε
εσείς εγγράφεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εγγράφονται
Παρατατικός
εγώ εγγραφόμουν
εσύ εγγραφόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εγγραφόταν
εμείς εγγραφόμασταν
εσείς εγγραφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εγγράφονταν
Αόριστος
εγώ εγγράφηκα
εσύ εγγράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό εγγράφηκε
εμείς εγγραφήκαμε
εσείς εγγραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εγγράφηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγγραφώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγγραφώ
εσύ εγγραφείς
αυτός / αυτή / αυτό εγγραφεί
εμείς εγγραφούμε
εσείς εγγραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εγγραφούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εγγράφεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εγγράψου
εσείς εγγραφείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εγγραφεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary