HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εγγίζω — definition

Conjugation of εγγίζω

Regular CEFR B1
eŋˈɟizo

άλλη μορφή του αγγίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγγίζω
εσύ εγγίζεις
αυτός / αυτή / αυτό εγγίζει
εμείς εγγίζομε
εσείς εγγίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγγίζουν
Παρατατικός
εγώ ήγγιζα
εσύ ήγγιζες
αυτός / αυτή / αυτό ήγγιζε
εμείς εγγίζαμε
εσείς εγγίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ήγγιζαν
Αόριστος
εγώ ήγγισα
εσύ ήγγισες
αυτός / αυτή / αυτό ήγγισε
εμείς εγγίσαμε
εσείς εγγίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ήγγισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγγίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγγίσω
εσύ εγγίσεις
αυτός / αυτή / αυτό εγγίσει
εμείς εγγίσομε
εσείς εγγίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγγίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ έγγιζε
εσείς εγγίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έγγισε
εσείς εγγίστε
Απαρέμφατο αορίστου
εγγίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary