HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δυσκολεύω — definition

Conjugation of δυσκολεύω

Regular CEFR B2
ði.skoˈle.vo

κάνω κάτι δυσκολότερο από όσο ήταν Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δυσκολεύω
εσύ δυσκολεύεις
αυτός / αυτή / αυτό δυσκολεύει
εμείς δυσκολεύουμε
εσείς δυσκολεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσκολεύουν
Παρατατικός
εγώ δυσκόλευα
εσύ δυσκόλευες
αυτός / αυτή / αυτό δυσκόλευε
εμείς δυσκολεύαμε
εσείς δυσκολεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσκόλευαν
Αόριστος
εγώ δυσκόλεψα
εσύ δυσκόλεψες
αυτός / αυτή / αυτό δυσκόλεψε
εμείς δυσκολέψαμε
εσείς δυσκολέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσκόλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δυσκολέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δυσκολέψω
εσύ δυσκολέψεις
αυτός / αυτή / αυτό δυσκολέψει
εμείς δυσκολέψουμε
εσείς δυσκολέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσκολέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δυσκόλευε
εσείς δυσκολεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δυσκόλεψε
εσείς δυσκολέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
δυσκολέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δυσκολεύομαι
εσύ δυσκολεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δυσκολεύεται
εμείς δυσκολευόμαστε
εσείς δυσκολεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσκολεύονται
Παρατατικός
εγώ δυσκολευόμουν
εσύ δυσκολευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δυσκολευόταν
εμείς δυσκολευόμασταν
εσείς δυσκολευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δυσκολεύονταν
Αόριστος
εγώ δυσκολεύτηκα
εσύ δυσκολεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό δυσκολεύτηκε
εμείς δυσκολευτήκαμε
εσείς δυσκολευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσκολεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δυσκολευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δυσκολευτώ
εσύ δυσκολευτείς
αυτός / αυτή / αυτό δυσκολευτεί
εμείς δυσκολευτούμε
εσείς δυσκολευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσκολευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δυσκολεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δυσκολέψου
εσείς δυσκολευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δυσκολευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary