Conjugation of δυσαρεστώ
ði.sa.ɾeˈstoπροκαλώ δυσαρέσκεια σε κάποιον, ενόχληση ή στενοχώρια Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δυσαρεστώ |
| εσύ | δυσαρεστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δυσαρεστεί |
| εμείς | δυσαρεστούμε |
| εσείς | δυσαρεστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δυσαρεστούν |
Παρατατικός
| εγώ | δυσαρεστούσα |
| εσύ | δυσαρεστούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δυσαρεστούσε |
| εμείς | δυσαρεστούσαμε |
| εσείς | δυσαρεστούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δυσαρεστούσαν |
Αόριστος
| εγώ | δυσαρέστησα |
| εσύ | δυσαρέστησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δυσαρέστησε |
| εμείς | δυσαρεστήσαμε |
| εσείς | δυσαρεστήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δυσαρέστησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δυσαρεστήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δυσαρεστήσω |
| εσύ | δυσαρεστήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δυσαρεστήσει |
| εμείς | δυσαρεστήσουμε |
| εσείς | δυσαρεστήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δυσαρεστήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δυσαρεστείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δυσαρέστησε |
| εσείς | δυσαρεστήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δυσαρεστήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δυσαρεστούμαι |
| εσύ | δυσαρεστείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δυσαρεστείται |
| εμείς | δυσαρεστούμαστε |
| εσείς | δυσαρεστείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δυσαρεστούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | δυσαρεστούνταν |
| εμείς | δυσαρεστούμασταν |
| εσείς | [δυσαρεστούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δυσαρεστούνταν |
Αόριστος
| εγώ | δυσαρεστήθηκα |
| εσύ | δυσαρεστήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δυσαρεστήθηκε |
| εμείς | δυσαρεστηθήκαμε |
| εσείς | δυσαρεστηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δυσαρεστήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δυσαρεστηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δυσαρεστηθώ |
| εσύ | δυσαρεστηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δυσαρεστηθεί |
| εμείς | δυσαρεστηθούμε |
| εσείς | δυσαρεστηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δυσαρεστηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δυσαρεστείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δυσαρεστήσου |
| εσείς | δυσαρεστηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δυσαρεστηθεί |