HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δυσαρεστώ — definition

Conjugation of δυσαρεστώ

Regular CEFR B2
ði.sa.ɾeˈsto

προκαλώ δυσαρέσκεια σε κάποιον, ενόχληση ή στενοχώρια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δυσαρεστώ
εσύ δυσαρεστείς
αυτός / αυτή / αυτό δυσαρεστεί
εμείς δυσαρεστούμε
εσείς δυσαρεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσαρεστούν
Παρατατικός
εγώ δυσαρεστούσα
εσύ δυσαρεστούσες
αυτός / αυτή / αυτό δυσαρεστούσε
εμείς δυσαρεστούσαμε
εσείς δυσαρεστούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσαρεστούσαν
Αόριστος
εγώ δυσαρέστησα
εσύ δυσαρέστησες
αυτός / αυτή / αυτό δυσαρέστησε
εμείς δυσαρεστήσαμε
εσείς δυσαρεστήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσαρέστησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δυσαρεστήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δυσαρεστήσω
εσύ δυσαρεστήσεις
αυτός / αυτή / αυτό δυσαρεστήσει
εμείς δυσαρεστήσουμε
εσείς δυσαρεστήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσαρεστήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δυσαρεστείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δυσαρέστησε
εσείς δυσαρεστήστε
Απαρέμφατο αορίστου
δυσαρεστήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δυσαρεστούμαι
εσύ δυσαρεστείσαι
αυτός / αυτή / αυτό δυσαρεστείται
εμείς δυσαρεστούμαστε
εσείς δυσαρεστείστε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσαρεστούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό δυσαρεστούνταν
εμείς δυσαρεστούμασταν
εσείς [δυσαρεστούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά δυσαρεστούνταν
Αόριστος
εγώ δυσαρεστήθηκα
εσύ δυσαρεστήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό δυσαρεστήθηκε
εμείς δυσαρεστηθήκαμε
εσείς δυσαρεστηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσαρεστήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δυσαρεστηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δυσαρεστηθώ
εσύ δυσαρεστηθείς
αυτός / αυτή / αυτό δυσαρεστηθεί
εμείς δυσαρεστηθούμε
εσείς δυσαρεστηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δυσαρεστηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δυσαρεστείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δυσαρεστήσου
εσείς δυσαρεστηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δυσαρεστηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary