HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δρω — definition

Conjugation of δρω

Regular CEFR C2
ˈðɾo

ενεργώ, αναπτύσσω δράση, παίρνω μέτρα, σε αντιδιαστολή προς την παθητική στάση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δρω
εσύ δρας
αυτός / αυτή / αυτό δρα
εμείς δρούμε
εσείς δράτε
αυτοί / αυτές / αυτά δρουν
Παρατατικός
εγώ δρούσα
εσύ δρούσες
αυτός / αυτή / αυτό δρούσε
εμείς δρούσαμε
εσείς δρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δρούσαν
Αόριστος
εγώ έδρασα
εσύ έδρασες
αυτός / αυτή / αυτό έδρασε
εμείς δράσαμε
εσείς δράσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έδρασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δράσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δράσω
εσύ δράσεις
αυτός / αυτή / αυτό δράσει
εμείς δράσουμε
εσείς δράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δράσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δράτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δράσε
εσείς δράστε
Απαρέμφατο αορίστου
δράσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary