HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δροσίζω — definition

Conjugation of δροσίζω

Regular CEFR B1
ðɾoˈsi.zo

ικανοποιώ ή ανακουφίζω ψυχικά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δροσίζω
εσύ δροσίζεις
αυτός / αυτή / αυτό δροσίζει
εμείς δροσίζουμε
εσείς δροσίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά δροσίζουν
Παρατατικός
εγώ δρόσιζα
εσύ δρόσιζες
αυτός / αυτή / αυτό δρόσιζε
εμείς δροσίζαμε
εσείς δροσίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά δρόσιζαν
Αόριστος
εγώ δρόσισα
εσύ δρόσισες
αυτός / αυτή / αυτό δρόσισε
εμείς δροσίσαμε
εσείς δροσίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δρόσισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δροσίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δροσίσω
εσύ δροσίσεις
αυτός / αυτή / αυτό δροσίσει
εμείς δροσίσουμε
εσείς δροσίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δροσίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δρόσιζε
εσείς δροσίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δρόσισε
εσείς δροσίστε
Απαρέμφατο αορίστου
δροσίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δροσίζομαι
εσύ δροσίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δροσίζεται
εμείς δροσιζόμαστε
εσείς δροσίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δροσίζονται
Παρατατικός
εγώ δροσιζόμουν
εσύ δροσιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δροσιζόταν
εμείς δροσιζόμασταν
εσείς δροσιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δροσίζονταν
Αόριστος
εγώ δροσίστηκα
εσύ δροσίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό δροσίστηκε
εμείς δροσιστήκαμε
εσείς δροσιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δροσίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δροσιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δροσιστώ
εσύ δροσιστείς
αυτός / αυτή / αυτό δροσιστεί
εμείς δροσιστούμε
εσείς δροσιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δροσιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δροσίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δροσίσου
εσείς δροσιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δροσιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary