HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δραπετεύω — definition

Conjugation of δραπετεύω

Regular CEFR B2
ðɾa.peˈte.vo

φεύγω κρυφά από έναν κλειστό φυλασσόμενο χώρο (φυλακή, στρατόπεδο κλπ) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δραπετεύω
εσύ δραπετεύεις
αυτός / αυτή / αυτό δραπετεύει
εμείς δραπετεύουμε
εσείς δραπετεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά δραπετεύουν
Παρατατικός
εγώ δραπέτευα
εσύ δραπέτευες
αυτός / αυτή / αυτό δραπέτευε
εμείς δραπετεύαμε
εσείς δραπετεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά δραπέτευαν
Αόριστος
εγώ δραπέτευσα
εσύ δραπέτευσες
αυτός / αυτή / αυτό δραπέτευσε
εμείς δραπετεύσαμε
εσείς δραπετεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δραπέτευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δραπετεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δραπετεύσω
εσύ δραπετεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό δραπετεύσει
εμείς δραπετεύσουμε
εσείς δραπετεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δραπετεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δραπέτευε
εσείς δραπετεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δραπέτευσε
εσείς δραπετεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
δραπετεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary