Conjugation of δραπετεύω
ðɾa.peˈte.voφεύγω κρυφά από έναν κλειστό φυλασσόμενο χώρο (φυλακή, στρατόπεδο κλπ) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δραπετεύω |
| εσύ | δραπετεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δραπετεύει |
| εμείς | δραπετεύουμε |
| εσείς | δραπετεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δραπετεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | δραπέτευα |
| εσύ | δραπέτευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δραπέτευε |
| εμείς | δραπετεύαμε |
| εσείς | δραπετεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δραπέτευαν |
Αόριστος
| εγώ | δραπέτευσα |
| εσύ | δραπέτευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δραπέτευσε |
| εμείς | δραπετεύσαμε |
| εσείς | δραπετεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δραπέτευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δραπετεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δραπετεύσω |
| εσύ | δραπετεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δραπετεύσει |
| εμείς | δραπετεύσουμε |
| εσείς | δραπετεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δραπετεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δραπέτευε |
| εσείς | δραπετεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δραπέτευσε |
| εσείς | δραπετεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δραπετεύσει |