HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δρέπω — definition

Conjugation of δρέπω

Regular CEFR B1
ˈðɾe.po

θερίζω, κόβω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δρέπω
εσύ δρέπεις
αυτός / αυτή / αυτό δρέπει
εμείς δρέπουμε
εσείς δρέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά δρέπουν
Παρατατικός
εγώ έδρεπα
εσύ έδρεπες
αυτός / αυτή / αυτό έδρεπε
εμείς δρέπαμε
εσείς δρέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά έδρεπαν
Αόριστος
εγώ έδρεψα
εσύ έδρεψες
αυτός / αυτή / αυτό έδρεψε
εμείς δρέψαμε
εσείς δρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έδρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δρέψω
εσύ δρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό δρέψει
εμείς δρέψουμε
εσείς δρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά δρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δρέπε
εσείς δρέπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δρέψε
εσείς δρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
δρέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary