HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δουλεύω — definition

Conjugation of δουλεύω

Regular CEFR A2
ðuˈle.vo

κάνω μια χειρωνακτική ή πνευματική δουλειά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δουλεύω
εσύ δουλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό δουλεύει
εμείς δουλεύουμε
εσείς δουλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά δουλεύουν
Παρατατικός
εγώ δούλευα
εσύ δούλευες
αυτός / αυτή / αυτό δούλευε
εμείς δουλεύαμε
εσείς δουλεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά δούλευαν
Αόριστος
εγώ δούλεψα
εσύ δούλεψες
αυτός / αυτή / αυτό δούλεψε
εμείς δουλέψαμε
εσείς δουλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά δούλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δουλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δουλέψω
εσύ δουλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό δουλέψει
εμείς δουλέψουμε
εσείς δουλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά δουλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δούλευε
εσείς δουλεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δούλεψε
εσείς δουλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
δουλέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δουλεύομαι
εσύ δουλεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δουλεύεται
εμείς δουλευόμαστε
εσείς δουλεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δουλεύονται
Παρατατικός
εγώ δουλευόμουν
εσύ δουλευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δουλευόταν
εμείς δουλευόμασταν
εσείς δουλευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δουλεύονταν
Αόριστος
εγώ δουλεύτηκα
εσύ δουλεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό δουλεύτηκε
εμείς δουλευτήκαμε
εσείς δουλευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δουλεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δουλευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δουλευτώ
εσύ δουλευτείς
αυτός / αυτή / αυτό δουλευτεί
εμείς δουλευτούμε
εσείς δουλευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δουλευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δουλεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δουλέψου
εσείς δουλευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δουλευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary