Conjugation of δουλεύω
ðuˈle.voκάνω μια χειρωνακτική ή πνευματική δουλειά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δουλεύω |
| εσύ | δουλεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δουλεύει |
| εμείς | δουλεύουμε |
| εσείς | δουλεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δουλεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | δούλευα |
| εσύ | δούλευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δούλευε |
| εμείς | δουλεύαμε |
| εσείς | δουλεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δούλευαν |
Αόριστος
| εγώ | δούλεψα |
| εσύ | δούλεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δούλεψε |
| εμείς | δουλέψαμε |
| εσείς | δουλέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δούλεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δουλέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δουλέψω |
| εσύ | δουλέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δουλέψει |
| εμείς | δουλέψουμε |
| εσείς | δουλέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δουλέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δούλευε |
| εσείς | δουλεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δούλεψε |
| εσείς | δουλέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δουλέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δουλεύομαι |
| εσύ | δουλεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δουλεύεται |
| εμείς | δουλευόμαστε |
| εσείς | δουλεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δουλεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | δουλευόμουν |
| εσύ | δουλευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δουλευόταν |
| εμείς | δουλευόμασταν |
| εσείς | δουλευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δουλεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | δουλεύτηκα |
| εσύ | δουλεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δουλεύτηκε |
| εμείς | δουλευτήκαμε |
| εσείς | δουλευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δουλεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δουλευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δουλευτώ |
| εσύ | δουλευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δουλευτεί |
| εμείς | δουλευτούμε |
| εσείς | δουλευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δουλευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δουλεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δουλέψου |
| εσείς | δουλευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δουλευτεί |