Conjugation of δοξάζω
ðoˈska.zoτιμώ και ευχαριστώ τον θεό με τιμητικούς ή εγκωμιαστικούς ύμνους ή λόγους Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δοξάζω |
| εσύ | δοξάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοξάζει |
| εμείς | δοξάζουμε |
| εσείς | δοξάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοξάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | δόξαζα |
| εσύ | δόξαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δόξαζε |
| εμείς | δοξάζαμε |
| εσείς | δοξάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δόξαζαν |
Αόριστος
| εγώ | δόξασα |
| εσύ | δόξασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δόξασε |
| εμείς | δοξάσαμε |
| εσείς | δοξάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δόξασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δοξάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δοξάσω |
| εσύ | δοξάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοξάσει |
| εμείς | δοξάσουμε |
| εσείς | δοξάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοξάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δόξαζε |
| εσείς | δοξάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δόξασε |
| εσείς | δοξάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δοξάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δοξάζομαι |
| εσύ | δοξάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοξάζεται |
| εμείς | δοξαζόμαστε |
| εσείς | δοξάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοξάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | δοξαζόμουν |
| εσύ | δοξαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοξαζόταν |
| εμείς | δοξαζόμασταν |
| εσείς | δοξαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοξάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | δοξάστηκα |
| εσύ | δοξάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοξάστηκε |
| εμείς | δοξαστήκαμε |
| εσείς | δοξαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοξάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δοξαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δοξαστώ |
| εσύ | δοξαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δοξαστεί |
| εμείς | δοξαστούμε |
| εσείς | δοξαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δοξαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δοξάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δοξάσου |
| εσείς | δοξαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δοξαστεί |