HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δοξάζω — definition

Conjugation of δοξάζω

Regular CEFR B1
ðoˈska.zo

τιμώ και ευχαριστώ τον θεό με τιμητικούς ή εγκωμιαστικούς ύμνους ή λόγους Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δοξάζω
εσύ δοξάζεις
αυτός / αυτή / αυτό δοξάζει
εμείς δοξάζουμε
εσείς δοξάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά δοξάζουν
Παρατατικός
εγώ δόξαζα
εσύ δόξαζες
αυτός / αυτή / αυτό δόξαζε
εμείς δοξάζαμε
εσείς δοξάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά δόξαζαν
Αόριστος
εγώ δόξασα
εσύ δόξασες
αυτός / αυτή / αυτό δόξασε
εμείς δοξάσαμε
εσείς δοξάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δόξασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δοξάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δοξάσω
εσύ δοξάσεις
αυτός / αυτή / αυτό δοξάσει
εμείς δοξάσουμε
εσείς δοξάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δοξάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δόξαζε
εσείς δοξάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δόξασε
εσείς δοξάστε
Απαρέμφατο αορίστου
δοξάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δοξάζομαι
εσύ δοξάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δοξάζεται
εμείς δοξαζόμαστε
εσείς δοξάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δοξάζονται
Παρατατικός
εγώ δοξαζόμουν
εσύ δοξαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δοξαζόταν
εμείς δοξαζόμασταν
εσείς δοξαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δοξάζονταν
Αόριστος
εγώ δοξάστηκα
εσύ δοξάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό δοξάστηκε
εμείς δοξαστήκαμε
εσείς δοξαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δοξάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δοξαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δοξαστώ
εσύ δοξαστείς
αυτός / αυτή / αυτό δοξαστεί
εμείς δοξαστούμε
εσείς δοξαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δοξαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δοξάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δοξάσου
εσείς δοξαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δοξαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary