HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δολοφονώ — definition

Conjugation of δολοφονώ

Regular CEFR B2
ðo.lo.foˈno

αφαιρώ σκόπιμα και προμελετημένα τη ζωή ενός ανθρώπου, σκοτώνω, φονεύω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δολοφονώ
εσύ δολοφονείς
αυτός / αυτή / αυτό δολοφονεί
εμείς δολοφονούμε
εσείς δολοφονείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δολοφονούν
Παρατατικός
εγώ δολοφονούσα
εσύ δολοφονούσες
αυτός / αυτή / αυτό δολοφονούσε
εμείς δολοφονούσαμε
εσείς δολοφονούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δολοφονούσαν
Αόριστος
εγώ δολοφόνησα
εσύ δολοφόνησες
αυτός / αυτή / αυτό δολοφόνησε
εμείς δολοφονήσαμε
εσείς δολοφονήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δολοφόνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δολοφονήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δολοφονήσω
εσύ δολοφονήσεις
αυτός / αυτή / αυτό δολοφονήσει
εμείς δολοφονήσουμε
εσείς δολοφονήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δολοφονήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δολοφονείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δολοφόνησε
εσείς δολοφονήστε
Απαρέμφατο αορίστου
δολοφονήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δολοφονούμαι
εσύ δολοφονείσαι - δολοφονιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό δολοφονείται - δολοφονιέται
εμείς δολοφονούμαστε - δολοφονιόμαστε
εσείς δολοφονείστε - δολοφονιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά δολοφονούνται - δολοφονιούνται
Παρατατικός
εγώ [δολοφονούμουν] - δολοφονιόμουν
εσύ [δολοφονούσουν] - δολοφονιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δολοφονούνταν
εμείς δολοφονούμασταν
εσείς [δολοφονούσασταν, (‑ούσαστε)] - δολοφονιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δολοφονούνταν
Αόριστος
εγώ δολοφονήθηκα
εσύ δολοφονήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό δολοφονήθηκε
εμείς δολοφονηθήκαμε
εσείς δολοφονηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δολοφονήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δολοφονηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δολοφονηθώ
εσύ δολοφονηθείς
αυτός / αυτή / αυτό δολοφονηθεί
εμείς δολοφονηθούμε
εσείς δολοφονηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δολοφονηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δολοφονείστε - δολοφονιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δολοφονήσου
εσείς δολοφονηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δολοφονηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary