Conjugation of δολοφονώ
ðo.lo.foˈnoαφαιρώ σκόπιμα και προμελετημένα τη ζωή ενός ανθρώπου, σκοτώνω, φονεύω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δολοφονώ |
| εσύ | δολοφονείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δολοφονεί |
| εμείς | δολοφονούμε |
| εσείς | δολοφονείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δολοφονούν |
Παρατατικός
| εγώ | δολοφονούσα |
| εσύ | δολοφονούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δολοφονούσε |
| εμείς | δολοφονούσαμε |
| εσείς | δολοφονούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δολοφονούσαν |
Αόριστος
| εγώ | δολοφόνησα |
| εσύ | δολοφόνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δολοφόνησε |
| εμείς | δολοφονήσαμε |
| εσείς | δολοφονήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δολοφόνησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δολοφονήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δολοφονήσω |
| εσύ | δολοφονήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δολοφονήσει |
| εμείς | δολοφονήσουμε |
| εσείς | δολοφονήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δολοφονήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δολοφονείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δολοφόνησε |
| εσείς | δολοφονήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δολοφονήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δολοφονούμαι |
| εσύ | δολοφονείσαι - δολοφονιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δολοφονείται - δολοφονιέται |
| εμείς | δολοφονούμαστε - δολοφονιόμαστε |
| εσείς | δολοφονείστε - δολοφονιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δολοφονούνται - δολοφονιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | [δολοφονούμουν] - δολοφονιόμουν |
| εσύ | [δολοφονούσουν] - δολοφονιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δολοφονούνταν |
| εμείς | δολοφονούμασταν |
| εσείς | [δολοφονούσασταν, (‑ούσαστε)] - δολοφονιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δολοφονούνταν |
Αόριστος
| εγώ | δολοφονήθηκα |
| εσύ | δολοφονήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δολοφονήθηκε |
| εμείς | δολοφονηθήκαμε |
| εσείς | δολοφονηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δολοφονήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δολοφονηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δολοφονηθώ |
| εσύ | δολοφονηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δολοφονηθεί |
| εμείς | δολοφονηθούμε |
| εσείς | δολοφονηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δολοφονηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δολοφονείστε - δολοφονιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δολοφονήσου |
| εσείς | δολοφονηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δολοφονηθεί |