Conjugation of διώκω
ðiˈo.koεναντιώνομαι με συγκεκριμένες πράξεις σε άτομα με διαφορετικές απόψεις ή πεποιθήσεις Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διώκω |
| εσύ | διώκεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διώκει |
| εμείς | διώκουμε |
| εσείς | διώκετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διώκουν |
Παρατατικός
| εγώ | δίωκα |
| εσύ | δίωκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δίωκε |
| εμείς | διώκαμε |
| εσείς | διώκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δίωκαν |
Αόριστος
| εγώ | δίωξα |
| εσύ | δίωξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δίωξε |
| εμείς | διώξαμε |
| εσείς | διώξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δίωξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διώξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διώξω |
| εσύ | διώξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διώξει |
| εμείς | διώξουμε |
| εσείς | διώξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διώξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δίωκε |
| εσείς | διώκετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δίωξε |
| εσείς | διώξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διώξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διώκομαι |
| εσύ | διώκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διώκεται |
| εμείς | διωκόμαστε |
| εσείς | διώκεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διώκονται |
Παρατατικός
| εγώ | διωκόμουν |
| εσύ | διωκόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διωκόταν |
| εμείς | διωκόμασταν |
| εσείς | διωκόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διώκονταν |
Αόριστος
| εγώ | διώχθηκα |
| εσύ | διώχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διώχθηκε |
| εμείς | διωχθήκαμε |
| εσείς | διωχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διώχθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διωχθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διωχθώ |
| εσύ | διωχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διωχθεί |
| εμείς | διωχθούμε |
| εσείς | διωχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διωχθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διώκεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διώξου |
| εσείς | διωχθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διωχθεί |