HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διώκω — definition

Conjugation of διώκω

Regular CEFR B1
ðiˈo.ko

εναντιώνομαι με συγκεκριμένες πράξεις σε άτομα με διαφορετικές απόψεις ή πεποιθήσεις Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διώκω
εσύ διώκεις
αυτός / αυτή / αυτό διώκει
εμείς διώκουμε
εσείς διώκετε
αυτοί / αυτές / αυτά διώκουν
Παρατατικός
εγώ δίωκα
εσύ δίωκες
αυτός / αυτή / αυτό δίωκε
εμείς διώκαμε
εσείς διώκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δίωκαν
Αόριστος
εγώ δίωξα
εσύ δίωξες
αυτός / αυτή / αυτό δίωξε
εμείς διώξαμε
εσείς διώξατε
αυτοί / αυτές / αυτά δίωξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διώξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διώξω
εσύ διώξεις
αυτός / αυτή / αυτό διώξει
εμείς διώξουμε
εσείς διώξετε
αυτοί / αυτές / αυτά διώξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δίωκε
εσείς διώκετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δίωξε
εσείς διώξτε
Απαρέμφατο αορίστου
διώξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διώκομαι
εσύ διώκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διώκεται
εμείς διωκόμαστε
εσείς διώκεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διώκονται
Παρατατικός
εγώ διωκόμουν
εσύ διωκόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διωκόταν
εμείς διωκόμασταν
εσείς διωκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διώκονταν
Αόριστος
εγώ διώχθηκα
εσύ διώχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διώχθηκε
εμείς διωχθήκαμε
εσείς διωχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διώχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διωχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διωχθώ
εσύ διωχθείς
αυτός / αυτή / αυτό διωχθεί
εμείς διωχθούμε
εσείς διωχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διωχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διώκεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διώξου
εσείς διωχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διωχθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary