HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διχοτομώ — definition

Conjugation of διχοτομώ

Regular CEFR B2
ði.xo.toˈmo

κόβω στα δύο ίσα μέρη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διχοτομώ
εσύ διχοτομείς
αυτός / αυτή / αυτό διχοτομεί
εμείς διχοτομούμε
εσείς διχοτομείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διχοτομούν
Παρατατικός
εγώ διχοτομούσα
εσύ διχοτομούσες
αυτός / αυτή / αυτό διχοτομούσε
εμείς διχοτομούσαμε
εσείς διχοτομούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διχοτομούσαν
Αόριστος
εγώ διχοτόμησα
εσύ διχοτόμησες
αυτός / αυτή / αυτό διχοτόμησε
εμείς διχοτομήσαμε
εσείς διχοτομήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διχοτόμησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διχοτομήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διχοτομήσω
εσύ διχοτομήσεις
αυτός / αυτή / αυτό διχοτομήσει
εμείς διχοτομήσουμε
εσείς διχοτομήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διχοτομήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διχοτομείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διχοτόμησε
εσείς διχοτομήστε
Απαρέμφατο αορίστου
διχοτομήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διχοτομούμαι
εσύ διχοτομείσαι
αυτός / αυτή / αυτό διχοτομείται
εμείς διχοτομούμαστε
εσείς διχοτομείστε
αυτοί / αυτές / αυτά διχοτομούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό διχοτομούνταν
εμείς διχοτομούμασταν
εσείς [διχοτομούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά διχοτομούνταν
Αόριστος
εγώ διχοτομήθηκα
εσύ διχοτομήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό διχοτομήθηκε
εμείς διχοτομηθήκαμε
εσείς διχοτομηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διχοτομήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διχοτομηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διχοτομηθώ
εσύ διχοτομηθείς
αυτός / αυτή / αυτό διχοτομηθεί
εμείς διχοτομηθούμε
εσείς διχοτομηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διχοτομηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διχοτομείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διχοτομήσου
εσείς διχοτομηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διχοτομηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary