HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διστάζω — definition

Conjugation of διστάζω

Regular CEFR C2
ðiˈsta.zo

το να μην είμαι σίγουρος/-η Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διστάζω
εσύ διστάζεις
αυτός / αυτή / αυτό διστάζει
εμείς διστάζουμε
εσείς διστάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά διστάζουν
Παρατατικός
εγώ δίσταζα
εσύ δίσταζες
αυτός / αυτή / αυτό δίσταζε
εμείς διστάζαμε
εσείς διστάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά δίσταζαν
Αόριστος
εγώ δίστασα
εσύ δίστασες
αυτός / αυτή / αυτό δίστασε
εμείς διστάσαμε
εσείς διστάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δίστασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διστάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διστάσω
εσύ διστάσεις
αυτός / αυτή / αυτό διστάσει
εμείς διστάσουμε
εσείς διστάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διστάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δίσταζε
εσείς διστάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δίστασε
εσείς διστάστε
Απαρέμφατο αορίστου
διστάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary