Conjugation of διπλώνω
ðiˈplo.noφέρνω κομμάτια εύκαμπτου επίπεδου αντικείμενου, ώστε να ακουμπήσουν χωρίς να σκιστεί το αντικείμενο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διπλώνω |
| εσύ | διπλώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διπλώνει |
| εμείς | διπλώνουμε |
| εσείς | διπλώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διπλώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | δίπλωνα |
| εσύ | δίπλωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δίπλωνε |
| εμείς | διπλώναμε |
| εσείς | διπλώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δίπλωναν |
Αόριστος
| εγώ | δίπλωσα |
| εσύ | δίπλωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δίπλωσε |
| εμείς | διπλώσαμε |
| εσείς | διπλώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δίπλωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διπλώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διπλώσω |
| εσύ | διπλώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διπλώσει |
| εμείς | διπλώσουμε |
| εσείς | διπλώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διπλώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δίπλωνε |
| εσείς | διπλώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δίπλωσε |
| εσείς | διπλώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διπλώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διπλώνομαι |
| εσύ | διπλώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διπλώνεται |
| εμείς | διπλωνόμαστε |
| εσείς | διπλώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διπλώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | διπλωνόμουν |
| εσύ | διπλωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διπλωνόταν |
| εμείς | διπλωνόμασταν |
| εσείς | διπλωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διπλώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | διπλώθηκα |
| εσύ | διπλώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διπλώθηκε |
| εμείς | διπλωθήκαμε |
| εσείς | διπλωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διπλώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διπλωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διπλωθώ |
| εσύ | διπλωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διπλωθεί |
| εμείς | διπλωθούμε |
| εσείς | διπλωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διπλωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διπλώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διπλώσου |
| εσείς | διπλωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διπλωθεί |